Book review: Η ομορφιά του κακού -Annie Ward

Book review:  Η ομορφιά του κακού -Annie Ward

«Η ομορφιά του κακού» τιτλοφορείται το ψυχολογικό θρίλερ της Annie Ward, που διαπραγματεύεται τη φιλική σχέση δύο γυναικών και την ερωτική σχέση της μίας εξ αυτών με έναν άντρα, που θα αποδειχτεί μοιραία για όλους.

Όλα ξεκινούν το 2001. Η Μάντι εργάζεται ως καθηγήτρια αγγλικών στη Βουλγαρία, ενώ η καλύτερή της φίλη, η Τζοάνα, σε καταυλισμούς προσφύγων στην ΠΓΔΜ. Σε ένα από τα ταξίδια της στα Σκόπια και στη διάρκεια ενός πάρτι, η Μάντι γνωρίζει τον Ίαν, σωματοφύλακα του βρετανικού στρατού. Παρά τις αντιρρήσεις και τις παραινέσεις της Τζοάνα και την μπερδεμένη προσωπική ζωή εκείνου, η Μάντι νιώθει κάτι να την τραβάει σ’ αυτόν τον άντρα. Κάτι που δεν μπορεί να δαμάσει, όσο κι αν προσπαθεί.

Η σχέση των δυο τους θα περάσει από πολλά σκαμπανεβάσματα, ώσπου να καταλήξουν μαζί. Σήμερα, περίπου δύο δεκαετίες αργότερα, είναι παντρεμένοι και έχουν ένα αγοράκι, τον Τσάρλι. Μετά από ένα ατύχημα της Μάντι, εκείνη αρχίζει να παρακολουθεί συνεδρίες θεραπευτικής γραφής με μια ψυχολόγο. Με αφορμή αυτές, ξετυλίγονται διάφορες αναμνήσεις και περιστατικά από το παρελθόν της, αλλά και οι φόβοι της για τη μετατραυματική αγχώδη διαταραχή του Ίαν μετά τις εμπειρίες του σε εμπόλεμες ζώνες, τις εμμονές του, την ασφάλεια της ίδιας και του γιου της… Και πάντα, κάθε στιγμή, η σκιά της Τζοάνας είναι παρούσα, παρότι οι δυο γυναίκες έχουν σταματήσει να επικοινωνούν εδώ και χρόνια.

Όλα όσα συνέβησαν στο πέρασμα των χρόνων, κάθε πράξη που καταπιέστηκε κάποτε και συσσώρευσε οργή, δυσπιστία κι αμφιβολίες, οδηγούν τελικά στη μοιραία μέρα που γράφτηκε ο επίλογος σ’ αυτή την ιστορία. Γράφτηκε όμως πραγματικά τότε και με ποιον ακριβώς τρόπο; Ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα και ποιος φέρει το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για όσα συνέβησαν;

Η πλοκή του βιβλίου ακολουθεί το μοτίβο «ξέρω εξαρχής τι έγινε στο τέλος, τώρα μένει να μάθω το πώς φτάσαμε ως εκεί». Τα γεγονότα που συνέβησαν τη «μέρα του φονικού», όπως αναφέρεται στο κείμενο, παρουσιάζονται στις πρώτες σελίδες· αυτό που καλείται να αποκαλύψει η συγγραφέας είναι το πώς οι ήρωες οδηγήθηκαν εκεί, υπό ποιες συνθήκες και καταστάσεις. Τα χρονικά άλματα στην αφήγηση είναι πολλά κι όλα αποσκοπούν σε αυτό. Από το χθες στο σήμερα, από την Ευρώπη στην Αμερική, από την ελευθερία στη δέσμευση, από την ανεμελιά στην καταπίεση, από το ένα πρόσωπο στο άλλο… Η Μάντι είναι εκείνη που παίρνει κυρίως τον λόγο, μέσα από μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που καλύπτει χρονικά τα γεγονότα από το 2001 μέχρι σήμερα, το τρίμηνο που προηγήθηκε της μοιραίας μέρας, κατά τη διάρκεια της θεραπείας της με την ψυχολόγο, και μέχρι αυτή και την περίοδο μετά τον φόνο. Ο Ίαν παρουσιάζεται μέσα από τριτοπρόσωπη αφήγηση, που μερικές φορές αποδεικνύεται εξίσου αποκαλυπτική και ενδιαφέρουσα με της Μάντι.

Η συγγραφέας προσπάθησε να χτίσει μια ιστορία όπου τα όρια του θύτη και του θύματος θα ήταν δυσδιάκριτα. Ολοκληρώνοντας το βιβλίο, μπαίνει κανείς στη διαδικασία να αναρωτηθεί ποιος έφταιξε περισσότερο στην όλη ιστορία – ή αν τελικά δεν έφταιξαν τόσο τα πρόσωπα όσο οι περιστάσεις. Αυτό το πέτυχε. Σε ό,τι αφορά όμως στο στοιχείο της ανατροπής και της έκπληξης σχετικά με την ταυτότητα του ενόχου στα γεγονότα της μοιραίας μέρας και το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα τότε, δεν τα κατάφερε το ίδιο καλά. Γιατί ο υποψιασμένος αναγνώστης, που έχει διαβάσει κι άλλα (ψυχολογικά και μη) θρίλερ, έχει καταλάβει ήδη από την αρχή προς τα πού πάει το πράγμα: μια εξαρχής καταδικασμένη σχέση που χειροτερεύει όσο περνάει ο καιρός, μια γυναίκα που παρουσιάζεται φοβισμένη, ένας άντρας που σκιαγραφείται ως ο τύπος που έχει χάσει τον έλεγχο, η φίλη που ποτέ δεν χώνεψε αυτή τη σχέση και μοιραία θα έκανε ξανά την εμφάνισή της την πιο κρίσιμη στιγμή. Οποιαδήποτε εκδοχή φαντάζει βαρετά προφανής και αναμενόμενη, η ανατροπή δεν επιτυγχάνεται. Το στοίχημα χάνεται εντελώς. Ακόμα κι οι τελευταίες (συνταρακτικές;) αποκαλύψεις της Μάντι δεν προκαλούν την παραμικρή έκπληξη.

Κάποια από τα θέματα που καλείται να διαχειριστεί η συγγραφέας αφορούν την πνευματική και ψυχολογική κατάσταση των στρατιωτών και των ανθρώπων που βιώνουν τη φρικαλεότητα του πολέμου, την ενδοοικογενειακή βία, την αβεβαιότητα, τον φόβο, τις περίπλοκες φιλικές και ερωτικές σχέσεις κτλ. Αναφέρεται σε όλα, χωρίς όμως να τους δίνει το βάρος που τους αναλογεί. Αναλώνεται στο να σκιαγραφεί -με ανούσιες λεπτομέρειες πολλές φορές- την κατάσταση στα Βαλκάνια και τα πήγαινε-έλα των ηρώων της από τόπο σε τόπο πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τους δεσμούς που ένωσαν το μοιραίο αυτό τρίγωνο, ενώ αυτοί ακριβώς ήταν που τους οδήγησαν στο να πράξουν όσα έπραξαν στη συνέχεια. Όσο για τα ψυχογραφήματά τους, επέδειξε και σε αυτό την ανεμελιά που χαρακτηρίζει τις ηρωίδες της στα νιάτα τους: ενώ υπό τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσε να διαμορφώσει προσωπικότητες με πολλές πτυχές, εκείνη δημιούργησε δύο ηρωίδες επιπόλαιες, ιδιοτελείς και ρηχές, με τα θεμέλια της φιλίας τους να είναι λιγότερο σταθερά και από υπερδραστήρια τεκτονική πλάκα, που προκαλούν αντιπάθεια ή αδιαφορία, σίγουρα όμως όχι συμπάθεια. Αντίθετα, εκείνος που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι ο Ίαν. Παρουσιάζεται ως ο πλέον προβληματικός (και εν μέρει είναι), όμως εκείνος κερδίζει τον αναγνώστη στο τέλος. Η κατάληξή του είναι ό,τι πιο αληθινό και συγκινητικό μπορεί να διαβάσει κανείς σε όλο το βιβλίο.

Διαστροφικό αλλά όχι ανατρεπτικό, πολύπλοκο αλλά όχι ευφάνταστο, το «Η ομορφιά του κακού» οπωσδήποτε δεν ανήκει στα βιβλία που αφήνουν το σημάδι τους στον αναγνώστη.

 

Χρύσα Βασιλείου