Book review: Μην το πεις πουθενά -Kate Hamer

Book review:  Μην το πεις πουθενά -Kate Hamer

Το μυθιστόρημα της Kate Hamer, «Μην το πεις πουθενά», ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το παραμυθικό στοιχείο, στον κόσμο της πραγματικότητας και της φαντασίας, στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου.

Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου είναι η δεκατριάχρονη Ρούμπι, η οποία έχει ένα ιδιαίτερο «χάρισμα»: μπορεί και επικοινωνεί με τους νεκρούς. Η ίδια ονομάζει τον εαυτό της «κυνηγό χαμένων ψυχών». Εξάλλου, ένα είδος χαμένης ψυχής είναι και η ίδια. Ζει σε ένα σπίτι με δύο ανθρώπους που ενίοτε την κακομεταχείζονται – ο ένας χτυπώντας την και η άλλη μένοντας παθητική μπροστά σε αυτή τη συμπεριφορά.

Στα δέκατα τρίτα γενέθλιά της, τον Αύγουστο του 1983, η Ρούμπι μαθαίνει ότι είναι υιοθετημένη. Αυτό θα της δώσει τη δύναμη να αρχίσει να αντιστέκεται στη βαναυσότητα του πατριού της και να ονειρεύεται τη στιγμή που επιτέλους θα βρει τους πραγματικούς της γονείς. Όταν ο πατριός της τη διώχνει τελικά από το σπίτι, εκείνη -αντί να πάρει το τρένο για το σπίτι της απαίσιας αδελφής του- αρχίζει να περιπλανιέται πέρα από το δάσος. Κι εκεί γνωρίζεται με την παράξενη οικογένεια του Τομ. Εκείνος ζει σε μια εγκαταλειμμένη φάρμα μαζί με τα δύο αδέλφια του, μιας και οι γονείς τους έχουν φύγει για ένα ταξίδι στην Ινδία, και της προσφέρει καταφύγιο.

Μαζί τους, η Ρούμπι θα νιώσει πως έχει βρει μια καινούρια οικογένεια – μια οικογένεια που έχει επιλέξει εκείνη. Έχοντας πάντα στο μυαλό της να ψάξει για τους πραγματικούς της γονείς, το έφηβο κορίτσι θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει και τις δύσκολες στιγμές του κρύου χειμώνα, της φτώχειας, της μοναξιάς, της πείνας, ενίοτε της απελπισίας, αλλά και τις λίγες αχτίδες ελπίδας και χαράς που τρυπώνουν στις χαραμάδες της ζωής της.

Ταυτόχρονα με την ιστορία της Ρούμπι, διαβάζουμε και εκείνη της Άννας· μια ιστορία που διαδραματίζεται κάποια χρόνια νωρίτερα, το 1970. Η Άννα ζει σε μια μικρή, κλειστή κοινωνία, μένει έγκυος εκτός γάμου και, ενώ αρχικά σκεφτόταν να δώσει για υιοθεσία το μωρό της, αποφασίζει τελικά να το μεγαλώσει μαζί με τον πατέρα του παιδιού. Η συμβίωσή τους όμως δεν θα είναι καθόλου εύκολη…

Η αλήθεια είναι πως το συγκεκριμένο βιβλίο δεν έχει έντονο κανένα στοιχείο που να το χαρακτηρίζει: ούτε το μεταφυσικό, ούτε το κοινωνικό, ούτε αυτό του ψυχολογικού ή γοτθικού θρίλερ. Διαθέτει ένα απαλό άγγιγμα απ’ όλα, σε τέτοιον όμως βαθμό που δεν σε αφήνει να το κατανοήσεις εις βάθος και να το κατατάξεις σε ένα είδος. Και από άποψη αφήγησης, μάλλον είναι ένα βιβλίο που θα διχάσει τον αναγνώστη για το αν το κατανόησε ή όχι, του άρεσε ή όχι, τον συγκίνησε ή όχι…

Μέσα από τους χαρακτήρες και τις αφηγήσεις των ηρώων της, η συγγραφέας παρουσιάζει μια σειρά διαχρονικών κοινωνικών προβλημάτων: ενδοοικογενειακή βία, αδιαφορία, εγκατάλειψη, απουσία έγνοιας και ενδιαφέροντος από την πλευρά της οικογένειας, των φίλων ή των γνωστών, το πώς νιώθουν τα υιοθετημένα παιδιά… Επίσης, η γενικότερη απώλεια της αθωότητας, ο ισχυρός δεσμός ανάμεσα σε μητέρα και κόρη, οι οικογένειες που έχουμε και εκείνες που επιλέγουμε να αποκτήσουμε, η εύθραυστη ψυχική υγεία και η αντιμετώπιση των κρίσεων που μπορεί να προκαλέσει, η επιθυμία και η δυνατότητα να συμφιλιωθούμε με τα υπαρκτά και μη φαντάσματα του παρελθόντος, είναι θέματα που επίσης βρίσκουν τη θέση τους στην πλοκή και προβληματισμοί που αφορούν πολλούς από εμάς.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Ρούμπι αποτελεί μια ρεαλιστική, παραστατική περιγραφή των όσων νιώθουν και σκέφτονται αυτά τα παιδιά· το πόσο τους στοίχισε το γεγονός ότι οι φυσικοί τους γονείς τα εγκατέλειψαν· την αιώνια κρυφή ελπίδα τους πως κάποια μέρα θα σμίξουν ξανά μαζί τους. Η Ρούμπι μπορεί να είναι ένα παράξενο παιδί, όμως τα λόγια της εκφράζουν όλα τα παιδιά που έχουν βρεθεί σε ανάλογη θέση. Από την άλλη, η τριτοπρόσωπη αφήγηση που αφορά τη ζωή της Άννας δίνει έναν διαφορετικό, ενήλικο ρυθμό στην αφήγηση. Οι δύο αφηγήσεις εναλλάσσονται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, κρατώντας όσο το δυνατόν περισσότερο σε εγρήγορση την πλοκή και προσφέροντας κάθε φορά διαφορετική οπτική, μιας και μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις – αν και υπάρχει και στις δύο το κοινό στοιχείο της θέλησης για φυγή από μια πραγματικότητα που απέχει πολύ από εκείνη που και οι δύο ηρωίδες ονειρεύτηκαν.

Το μυστηριακό και φανταστικό στοιχείο υπάρχει πάντα στο φόντο, για να θυμίζει την «ιδιαιτερότητα» της Ρούμπι, όμως δεν είναι καθόλου έντονο αλλά μάλλον υποτυπώδες. Δεν τρομοκρατεί, δεν συγκλονίζει, δεν προκαλεί ανατριχίλα. Βρίσκεται εκεί για να ενώνει τα φαντάσματα του παρελθόντος με εκείνα του παρόντος. Ακόμα και τα πνεύματα που συναντά η Ρούμπι έχουν μια ιστορία να πουν. Μια ιστορία που μπορεί εν μέρει να έχουν ξεχάσει, όμως η αίσθηση της ζωής που έζησαν κάποτε είναι ακόμα εκεί, κρυφός πόθος πάντοτε και βαριά αλυσίδα ενίοτε.

Με το «Μην το πεις πουθενά», η Kate Hamer έχει δημιουργήσει μια ιστορία αποδοχής της πραγματικότητας, γεμάτη με πικρές αλλά και γλυκές στιγμές και με βήματα που οδηγούν σταθερά προς την ωριμότητα και την (πρόωρη) ενηλικίωση. Μια ιστορία που, μέσα από πολλές δύσκολες στιγμές, γεννά την ελπίδα και ξυπνά τη δύναμη που όλοι κρύβουμε μέσα μας, αλλά πολλές φορές δεν συνειδητοποιούμε πως έχουμε μέχρι να τη χρειαστούμε πραγματικά.

 

Χρύσα Βασιλείου