Book review: 1793, Τότε που βασίλευε η βία - Niklas Natt och Dag

Book review: 1793, Τότε που βασίλευε η βία - Niklas Natt och Dag

Το συγγραφικό ντεμπούτο του Niklas Natt och Dag, με τίτλο «1793 – Τότε που βασίλευε η βία», είναι ένα εξαιρετικό ιστορικό νουάρ μυθιστόρημα με μπόλικες δόσεις αστυνομικής πλοκής, που ταξιδεύει τον αναγνώστη πίσω στον χρόνο, σε μια εποχή που αναμφίβολα βασίλευαν η βία και το σκοτάδι.

Η πλοκή τοποθετείται στη Στοκχόλμη, τη χρονιά του 1793. Την εποχή εκείνη, στον απόηχο του θανάτου του βασιλιά Γουσταύου Γ΄, στη χώρα επικρατούσαν βία, παρανομία, ταραχές και συνωμοσίες. Ο φόβος για επεισόδια ανάλογα με εκείνα της Γαλλικής Επανάστασης προκαλούσε δυσπιστία απέναντι σε οτιδήποτε καινοτόμο, με το -αιώνιο- κοινωνικό χάσμα ανάμεσα στην πλούσια αριστοκρατία και τον φτωχό λαό να προκαλεί συνεχώς καινούριες αδικίες και έριδες. 

Μέσα σ’ αυτό το ζοφερό σκηνικό, ένα πτώμα ανακαλύπτεται στα βρόμικα νερά μιας λίμνης. Το πτώμα είναι ακρωτηριασμένο και τόσο παραμορφωμένο, ώστε δεν αναγνωρίζεται. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο φθισικός αστυνόμος Σέσιλ Βίνγκε, που θα έχει ως βοηθό του στην έρευνα τον άνθρωπο που ανέσυρε το πτώμα από τη λίμνη, τον αποσπασμένο φρουρό Μίκαελ Καρντέλ. Όντας στο τελευταίο στάδιο της αρρώστιας, ο Βίνγκε βρίσκει το κουράγιο να σταθεί στα πόδια του ώσπου να λύσει αυτό το μυστήριο – κάτι που αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολο, μια και τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του είναι ελάχιστα. Καθώς η έρευνά τους προχωρά, οι δύο ήρωες μπλέκουν στις συνωμοσίες ατόμων με κύρος, που κανείς δεν θα ήθελε να έχει εχθρούς, και ανακαλύπτουν ότι δεν υπάρχουν όρια στην ανθρώπινη φρικαλεότητα. Ποιο είναι όμως εκείνο το κίνητρο που μπορεί να οδηγήσει ένα ανθρώπινο πλάσμα να φερθεί τόσο σκληρά σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα;

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, γίνεται φανερό πως το βιβλίο αυτό είναι κάτι περισσότερο από ένα αστυνομικό θρίλερ. Στις σελίδες του αποτυπώνεται πρωτίστως μια ολόκληρη εποχή – μια εποχή κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή, από τις πιο χαώδεις και σκοτεινές στην ιστορία της Σουηδίας. Ο συγγραφέας έχει μελετήσει το ιστορικό πλαίσιο όπου τοποθετεί τους ήρωες και την πλοκή και, ουσιαστικά, έχει βρει χώρο γι’ αυτούς εν μέσω των πραγματικών γεγονότων που συνέβαιναν τότε. Βέβαια, δεν είναι ό,τι πιο εύκολο να εγκλιματιστεί κανείς με το ιστορικό παρελθόν μιας χώρας για την οποία, κακά τα ψέματα, δεν γνωρίζουμε και πολλά. Γι’ αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, ώστε να μην μπερδευτεί ο αναγνώστης από τα όσα συμβαίνουν κάθε φορά και τα (ομολογουμένως) πολλά και δύσκολα ονόματα – τοποθεσιών, κυρίως. Φυσικά, για έναν Σουηδό πολλά από αυτά θα είναι γνωστά από τα βιβλία ιστορίας, για τον μέσο αναγνώστη άλλης χώρας όμως πιθανόν να μοιάζουν πρωτόγνωρα.

Οι ήρωες είναι ως επί τω πλείστον άνθρωποι των λαϊκών στρωμάτων: φτωχοί μεροκαματιάρηδες που προσπαθούν να επιβιώσουν, αργόσχολοι μπεκρήδες που ξοδεύουν τις μέρες τους στα ταβερνεία, τυχοδιώκτες που ψάχνουν την ευκαιρία για το επόμενο κόλπο, κουτοπόνηροι φρουροί που εκμεταλλεύονται τη δύναμη που τους έχει δοθεί, αβοήθητες γυναίκες στο έλεος περιστάσεων και εκμεταλλευτών ανδρών… Οι δοκιμασίες και η πάλη για τον επιούσιο, οι φόβοι για τη ζωή τους, οι ταπεινώσεις που υφίστανται από τους «ανώτερους» από εκείνους, τα πάμπολλα προβλήματα και οι ελάχιστες χαρές που βιώνουν καθημερινά σκιαγραφούνται με ωμό ρεαλισμό και περισσή αληθοφάνεια από τον συγγραφέα, χωρίς καμία προσπάθεια ωραιοποίησης. Αυτό το μοτίβο επικρατεί, εξάλλου, σε ολόκληρο το βιβλίο.

 Άλλωστε, και οι δύο πρωταγωνιστές είναι κάθε άλλο παρά αψεγάδιαστοι: ο Βίνγκε υποφέρει από φυματίωση και ο Καρντέλ έχει χάσει το αριστερό του χέρι στον πόλεμο. Οι δυο τους αποτελούν ένα περίεργο δίδυμο: ο πρώτος είναι μορφωμένος, ήπιος και μετρημένος ως χαρακτήρας, ένας δικηγόρος που έχει μάθει να δίνει τις μάχες του με τους ενόχους ή τους αθώους σε κάποια αίθουσα, καταβεβλημένος τώρα από μια θανατηφόρα ασθένεια· ο δεύτερος είναι ένας αμόρφωτος λαϊκός χαρακτήρας, άνθρωπος της δράσης, που έχει δει τη φρίκη ενός πολέμου και υποφέρει τις συνέπειές του, αναγκασμένος να κάνει μια δουλειά που δεν αγαπά και να τα βγάζει πέρα -ακόμα και σε καβγάδες- με ένα μόνο χέρι και αρκετή επιδεξιότητα. Και όμως, αυτοί οι τόσο αταίριαστοι άνθρωποι συνεργάζονται για να λύσουν την περίεργη αυτή υπόθεση και συνειδητοποιούν πόσα μαθαίνουν ο ένας από τον άλλον, αναπτύσσοντας μεταξύ τους έναν αμοιβαίο σεβασμό κι έναν ιδιαίτερο δεσμό.

Το πιο «δύσκολο» κομμάτι του βιβλίου αφορά τις σκληρές περιγραφές που έχουν να κάνουν με βασανιστήρια, εκτελέσεις, θανάτους κτλ. Ο δε θάνατος θεωρείται για πολλούς μια καλοδεχούμενη ανακούφιση, μην μπορώντας άλλο να αντέξουν την ανθρώπινη σκληρότητα. Οπωσδήποτε όχι ό,τι πιο ιδανικό για ευαίσθητα αναγνωστικά στομάχια, όμως δοσμένες με την απαραίτητη ωμότητα ώστε θα θεωρηθούν άκρως ρεαλιστικές. Άλλη μια απόδειξη για το πόσο πιστά απεικονίζεται η Σουηδία στα τέλη του 18ου αιώνα -και γενικότερα ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης την εποχή εκείνη- στις σελίδες του. Ο συγγραφέας δεν επιχειρεί να δικαιολογήσει τίποτα απ’ όλα τα παραπάνω· τα αναφέρει απλά σε όλο τους το ερεβώδες μεγαλείο, με γραφή γλαφυρή, ανελέητη, καθηλωτική και χορταστική, προκαλώντας τα βαθύτερα αισθήματα του αναγνώστη: κυρίως λύπη και αποτροπιασμό, αλλά και προβληματισμό.

Το «1793 – Τότε που βασίλευε η βία» είναι ένα βιβλίο ατμοσφαιρικό, σκληρό μα γοητευτικό ταυτόχρονα, που παρασέρνει τον αναγνώστη σε ένα σκοτεινό ταξίδι με συναρπαστική διαδρομή και απρόβλεπτο τέλος. Το γεγονός δε ότι αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας, με τα έτη 1974 και 1975 να ακολουθούν, απλά προσθέτει περισσότερες αναγνωστικές προσδοκίες για τη συνέχεια.

 

Χρύσα Βασιλείου