Ex_Pose:Απόστολος Βασιλόπουλος / Η επιμέλεια στη Σύγχρονη Τέχνη

Η επίσκεψη στην εγκατάσταση με τίτλο ‘Σε ένα βαθμό η ιερότητα βρίσκεται στο βλέμμα του θεατή’ στο χώρο Α της Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2014, η οποία αποτελεί μέρος του γενικότερου και εν εξελίξει ομότιτλου project, γέννησε επιτακτικά την επιθυμία να συναντήσουμε τον άνθρωπο που την επιμελήθηκε σε συνεργασία με την καλλιτέχνη, Στεφανία Στρούζα, τον Αποστόλη Βασιλόπουλο.

Απαρτιζόμενη από παλαιότερα έργα αλλά και νέα, που δημιουργήθηκαν ειδικά για τον συγκεκριμένο χώρο, η εγκατάσταση αποτελεί θα λέγαμε μία απόπειρα οπτικοποίησης και για αυτό οργανικό τμήμα ενός concept, το οποίο στον πυρήνα του πραγματεύεται την ιδέα της προβληματικής αφομοίωσης της νεωτερικότητας στον ελληνικό χώρο κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Βασικές πηγές έμπνευσης και προβληματισμού για την καλλιτέχνη αποτέλεσαν  δύο ταξίδια, ένα μυθολογικό και ένα ιστορικό. Το πρώτο αφορά στο μύθο της Μήδειας, όπως τον αφηγείται κινηματογραφικά ο Πιερ Πάολο Παζολίνι στην ομώνυμη ταινία του 1969, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας. Το δεύτερο, στο ταξίδι του κρουαζιερόπλοιου Πατρίς ΙΙ, από τη Μασσαλία στην Ελλάδα το 1933. Πάνω σε αυτό και εν πλω διεξήχθη το επίσημο συνέδριο του CIAM (παγκόσμιο συνεδρίο μοντέρνας αρχιτεκτονικής) με τη συμμετοχή σημαντικών εκπροσώπων του Μοντέρνου κινήματος από το χώρο της αρχιτεκτονικής και όχι μόνο.  Πολλά χρόνια μετά τα δύο αυτά ταξίδια αναβιώνουν στο πλαίσιο του συγκεκριμένου project.

Συναντήσαμε τον Αποστόλη Βασιλόπουλο στο χώρο της εγκατάστασης και μας μίλησε για τοσυγκεκριμένο project αλλά και για καίρια ζητήματα της σύγχρονης τέχνης και της επιμέλειάς της. Ζητήματα που ανάμεσα σε άλλα έχουν να κάνουν με το ρόλο του επιμελητή στη σύγχρονη εικαστική σκηνή, τη σχέση αλλά και τον τρόπο συνεργασίας του με τον καλλιτέχνη, την απεριόριστη ελευθερία του καλλιτέχνη στη χρήση μέσων και τις συνέπειες αυτής (αφενός στο τελικό εικαστικό αποτέλεσμα αλλά και αφετέρου στην επαφή αυτού με τον τελικό αποδέκτη του, το κοινό,) καθώς και τη θέση του έργου σύγχρονης τέχνης στο δημόσιο χώρο.

 

Συνέντευξη στην Ελένη Ζυμαράκη Τζώρτζη.

Κύριε Βασιλόπουλε έχετε συνεπιμεληθεί μαζί με τη Στεφανία Στρούζα την εγκατάσταση στο χώρο της Πειραιώς 260 στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών 2014. Με ποιο τρόπο λειτουργεί και συνεργάζεται ένας επιμελητής με τον καλλιτέχνη σε ένα τέτοιο project;

Οι ιδιότητες μας δηλώνουν συγκεκριμένα ότι η Στεφανία είναι εικαστικός και εγώ επιμελητής αλλά δε νομίζω ότι λειτουργήσαμε ακριβώς έτσι, με αυτές τις ιδιότητες αποκλειστικά τουλάχιστον. Θέλω να πω ότι τυπικά δεν είναι μία εγκατάσταση που είναι σε επιμέλεια δική μου, όπως και αντίστοιχα όλο αυτό που βλέπουμε, το εικαστικό κομμάτι είναι της Στεφανίας, αλλά σαν εγκατάσταση, είναι κάτι που δημιουργήθηκε και από τους δύο. Δεν υπήρξαν διακριτοί ρόλοι, δε λειτουργήσαμε ξεκάθαρα. Το ‘Σε ένα βαθμό η ιερότητα βρίσκεται στο βλέμμα του θεατή΄ είναι ένα πολύ ανοικτό project ανάλογα με τους τρόπους που παρουσιάζεται και αυτό απλά είναι μία εκδοχή του, η επόμενη εκδοχή μπορεί να μην είναι έτσι, με τη μορφή μιας εγκατάστασης δηλαδή, αλλά να είναι κάτι άλλο, ας πούμε ένα σεμινάριο, ένα πάνελ με ομιλητές με κάποια θέματα που θα έχουμε θέσει εμείς. Τα έργα είναι προφανώς της Στεφανίας και το βίντεο του Laszlo Moholy-Nagy αλλά από εκει και πέρα η ιδέα της εγκατάστασης είναι μία ιδέα που προέκυψε και απ’ τους δύο. Το συνεπιμεληθήκαμε και η Στεφανία έχει και μία ικανότητα να αυτοεπιμελείται σε ένα πολύ καλό βαθμό για καλλιτέχνη, που δεν είναι και δεδομένο, οπότε σε αυτό υπήρχε κατά κάποιο τρόπο ένας ρυθμός έτοιμος, δε χρειάστηκε δηλαδή να δουλέψουμε για να κατακτηθεί ένα επίπεδο συνεργασίας, αυτό υπήρχε. Και επίσης ήταν ανοιχτή και σε δικές μου προτάσεις που είχαν να κάνουν με ένα δημιουργικό κομμάτι, όχι το καθαρά εικαστικό των γλυπτών, αλλά σε επίπεδο ιδεών, εννοιολογικά δηλαδή.

Και είναι ένα έργο που εξελίσσεται...

Ναι, είναι η τρίτη φορά που παρουσιάζεται.

Οι προηγούμενες;

Η πρώτη ήταν στη Βιέννη. Ήταν έκθεση κάποιων έργων από αυτά εδώ (και κάποιων άλλων που δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν εδώ την εγκατάσταση) μαζί με μία sound performance και η δεύτερη ήταν στο ΕΜΣΤ, στην έκθεση Εκ Νέου, όπου στο χώρο που εκτίθονταν τα έργα της Στεφανίας κάναμε μία ηχητική performance με ένα αθηναΐκό σχήμα, τους acte vide.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Γενικότερα, ο ρόλος του επιμελητή σήμερα ποιος είναι;

Θα προτιμήσω να μιλήσω για μια πολύ συγκεκριμένη διάσταση αυτού του ρόλου που για εμένα έχει να κάνει με την ανάγκη δημιουργίας μιας αφήγησης. Αυτή η αφήγηση μπορεί να είναι γραμμική, ελλειπτική, θραυσματική ή και οτιδήποτε άλλο, σίγουρα όμως πρέπει να είναι μια αφήγηση μέσω της οποίας θα ρίχνονται στο τραπέζι ιδέες και νοήματα που θα μας επανασυνδέουν με τις αγωνίες που λανθάνουν σε εκείνον τον συλλογικό φαντασιακό τόπο που ονομάζουμε, σε αναζήτηση μιας καλύτερης λέξης, ΄κουλτούρα’.

Κάθε έκθεση είναι μία αφήγηση;

Ναι, τυπικά κάθε έκθεση. Νομίζω ότι ο επιμελητής πρέπει να έχει τη φροντίδα όλου αυτού του κόσμου ως ενός χώρου στον οποίο μπαίνει κάποιος και έχει ουσιαστικά την ευθύνη ως ένας αγωγός να δώσει εκεί έξω κάποια νοήματα και ιδέες με όσο καλύτερο τρόπο γίνεται. Όχι με τη λογική του Μεγάλου Νοήματος ή των Μεγάλων Ιδεών, αλλά σίγουρα πρέπει να κατασκευάζει πηγές έντασης.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Μάλιστα. Στη συγκεκριμένη εγκατάσταση ποιες θα λέγατε ότι είναι οι έννοιες-κλειδιά ώστε να αποκωδικοποιήσουμε και να κατανοήσουμε αυτό που βλέπουμε;

Ανολοκλήρωτο, θραύσμα, μεταίχμιο, σχιζοειδές, διττό, μελλοντολογικό, αρχαικό.

Έναν θεατή, ο οποίος δεν είναι μυημένος στο έργο, πώς θα τον βοηθούσατε να το αποκωδικοποιήσει;

Θα του έλεγα ότι αυτό που κάνουμε εδώ είναι μία απόπειρα να μιλήσουμε για αυτό που λέγεται πολιτισμική συνείδηση της νεότερης Ελλάδας μέσω της σύγχρονης εικαστικής γλώσσας και μιας αφήγησης που έχουμε φτιάξει.  Αυτό το προσεγγίζουμε χρησιμοποιώντας το υλικό της ιστορίας και απλά θέλουμε να δείξουμε ότι κατα κάποιο τρόπο αυτό που ονομάζεται πολιτισμική ταυτότητα ενός τόπου, τελικά του τόπου Ελλάδα, δεν είχε μια οργανική ανάπτυξη, ένα πηγαίο ξεδίπλωμα, ακριβώς επειδή βαλλόταν από διάφορες αναφορές ώστε να μην μπορεί να βρει τελικά ένα δικό του βήμα. Η κεντρική ιδέα τελικά είναι αυτή. Μιλάμε ουσιαστικά για αυτό που ονομάζεται πολύ απλά κουλτούρα, βιωμένη σε μια καθημερινότητα αλλά που εγγράφεται και σε μια ευρύτερη πολιτισμική σφαίρα, που είναι σίγουρα κάτι διττό και διαμορφώνεται από διάφορες πλευρές, δηλαδή ετεροκαθορίζεται και προσπαθεί κατα κάποιο τρόπο να φτάσει σε κάτι που θα μπορούσαμε πολύ σχηματικά να ονομάσουμε ταυτότητα. Υπάρχει διαρκώς ένα τέτοιο ‘παιχνίδι’.

Αυτό που μου περιγράφετε πώς ΄βγαίνει’ από τα αντικείμενα της έκθεσης; Δημιουργήθηκαν για την έκθεση, έτσι;

Όχι όλα. Για αυτήν την εγκατάσταση δημιουργήθηκαν τα έργα που λέγονται Les Passagers και το τριγωνικό γλυπτό στο βάθος που λέγεται Modulor. Τα άλλα είναι παλαιότερα έργα. Εγώ πάντοτε το κοιτάω σαν εγκατάσταση και όχι σαν επιμέρους έργα. Δηλαδή όταν μας δόθηκε αυτός ο χώρος και επρόκειτο να πάρουμε κάποιες αποφάσεις επιμελητικές, η πρώτη ήταν ότι δεν θα χρησιμοποιήσουμε τους τοίχους καθόλου και ότι απλά θα επεκταθούμε στο χώρο, θα προσπαθήσουμε να τον ορίσουμε κάπως γιατί είναι τεράστιος και δεν θέλαμε να τον καταλάβουμε όλο. Οπότε θα έπρεπε κάπως νοητά να ορίσουμε το χώρο της εγκατάστασης, αλλά και το κενό που θα απέμενε να συνέβαλε και αυτό ως ένα ενεργό κενό πλέον. Για εμένα, το νόημα όλων αυτών που λέμε τώρα το βλέπω και στην εγκατάσταση, γιατί εγώ κοιτάζοντας την εγκατάσταση  βλέπω αυτήν την ιδέα που είχαμε, την ιδέα να φτιάξουμε κάτι σαν έναν ερειπωμένο ναό. Για αυτό ουσιαστικά τονίζω ότι είναι μία εγκατάσταση – είναι μία λέξη που έχει καταλήξει να σημαίνει πάρα πολλά πράγματα – γιατί κατά κάποιο τρόπο τα έργα αποκτούν μία παρουσία και ουσιαστικά προκύπτει αυτή η αφήγηση του ερειπωμένου ναού.

Ο τίτλος; θέλετε να μας μιλήσετε για την επιλογή του;

Ο τίτλος ήταν ιδέα της Στεφανίας και είναι από ένα δοκιμιακό κείμενο για τη Μήδεια του Παζολίνι από τον David Schwartz. Τον έχει επιλέξει εκείνη, γιατί η Στεφανία είχε την αρχική ιδέα να κάνει τη σύνθεση αυτών των δύο ταξιδιών, των μοντερνιστών προς την Ελλάδα και της Μηδείας προς τον Ελλαδικό χώρο. Ως τίτλο τον εκτιμώ στην κυριολεξία του, καθώς παίρνει τη λέξη ιερότητα, η οποία είναι τρομερά φορτισμένη, και την απομακρύνει από την κλίμακά της που είναι η κλίμακα του υπερθετικού (γιατί όταν λέμε τη λέξη ιερότητα σκεφτόμαστε κάτι το οποίο ξεπερνά τα ανθρώπινα) και το φέρνει κατ’ευθείαν στο βλέμμα του θεατή. Δηλαδή μας λέει ουσιαστικά ότι η ιερότητα είναι μία προβολή, ότι είναι μία απόδοση νοήματος τελικά και αυτό είναι κάτι το οποίο βρίσκεται στο βλέμμα του θεατή, άρα σε μια υποκειμενικότητα, και θα το αποδώσει ο ίδιος εκεί που πρέπει και όσο αρμόζει.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Να μιλήσουμε γενικότερα για τη σύγχρονη τέχνη η οποία χαρακτηρίζεται από μία απεριόριστη ελευθερία στην επιλογή μέσων από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, αρχιτεκτονική, υπολογιστές, τεχνολογία, βιοτεχνολογία... μάλιστα κάποιοι καλλιτέχνες προέρχονται και από χώρους άλλων επιστημών. Αυτό τι συνέπειες έχει για την εικαστική γλώσσα που υιοθετείται και το σύγχρονο έργο τέχνης;

Δεν νομίζω ότι επηρεάζει πραγματικά τόσο πολύ. Κατά κάποιο τρόπο αυτή η δυνατότητα ίσως υπήρχε και από την αρχή. Αυτή η τεράστα ελευθερία ίσως δεν υπήρχε αλλά θα πρέπει να κοιτάμε και ποιο είναι το κέρδος από αυτή την ελευθερία. Ίσως παλαιότερα που δεν υπήρχε αυτή η ελευθερία και υπήρχε το όριο κατά κάποιο τρόπο να γινόντουσαν και πιο έκτακτα πράγματα, με την αίσθηση του επείγοντος. Σίγουρα είναι κάτι το οποίο δίνει ένα τεράστιο χώρο σε κάθε εικαστικό.

Έχει αλλάξει το ίδιο το έργο, η μορφή του;

Η μορφή του σίγουρα έχει αλλάξει αλλά πέρα από αυτό, όταν συναντάμε εμείς το έργο τέχνης σε μια έκθεση, σε μια εγκατάσταση, εκεί δεν ξέρω πραγματικά ποια είναι η εξέλιξη που έχει γίνει, αν μπορούμε πραγματικά εκεί να την εκτιμήσουμε. Θεωρώ ότι δεν έχουν προκύψει τεράστια βήματα προς τα εμπρός γιατί ακριβώς το κοιτάω πάντοτε σε επίπεδο νοήματος και ιδεών, αυτό που θα δω στο τέλος: αν πολιτισμικά το έργο επιδρά σε κάτι στο οποίο συμμετέχουμε όλοι και όχι μόνο εμείς από το χώρο της εικαστικής γλώσσας, παρόλο βέβαια που δεν συμμετέχει πολύς κόσμος και φαίνεται να είναι μία κλειστή σφαίρα. 

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Έχει συμβάλλει το γεγονός της απεριόριστης ελευθερίας στη χρήση υλικών και μέσων στο να γίνει το έργο πιο δυσπρόσιτο νοηματικά στο κοινό;

Νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει με την πρόθεση που εμφυτεύει ο καλλιτέχνης στο έργο του, σε όποιο μέσο και αν στηρίζεται. Το απλόχερο που υπάρχει πλέον στο να χρησιμοποιήσεις οποιοδήποτε μέσο θέλεις είναι απόλυτα θετικό αλλά κατά κάποιο τρόπο είναι σαν να συζητάμε αν κάποιος έχει δικαίωμα να κάνει κάτι ή όχι που για μένα είναι προφανές ότι έχει δικαίωμα. Το χρήσιμο είναι να κοιτάμε τι κάνουμε με αυτή την ελευθερία. Θα συμφωνήσω ότι σε σχέση με το παρελθόν τα πράγματα είναι σαφέστατα πιο διαθέσιμα, το θέμα είναι τι γίνεται στο τέλος, τι κάνουμε με αυτό.

Πιστεύετε ότι τελικά φτάνει στο κοινό αυτό που επιθυμεί ο καλλιτέχνης; Είναι οι περισσότερες προσπάθειες επιτυχημένες στη σύγχρονη τέχνη;

Εδώ είναι απαραίτητο να βάλουμε ένα πλαίσιο γιατί η ερώτηση είναι αχανής. Ας μιλήσουμε για την περίπτωση της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα καλύτερα. Εγώ θεωρώ πως οι περισσότερες προσπάθειες δεν είναι επιτυχημένες και ενώ το λέω αυτό ταυτόχρονα έχω ξεχωρίσει στο μυαλό μου εκείνες, τις λιγότερες, περιπτώσεις που θεωρώ αξιόλογες. Όμως αυτό είναι υγιές και ίσως και να ανησυχούσα αν οι περισσότερες τελικά προσπάθειες ήταν πετυχημένες. Δηλαδή νομίζω πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στη δομή και στην ανάγκη αναίρεσης αυτής της δομής. Με άλλα λόγια, θεωρώ πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει η δομή αυτή, σαν ιστορικό εργαστήριο δηλαδή, όπου επιτρέπει να μιλάμε για μια δόκιμη σύγχρονη τέχνη. Έχουμε περάσει στη σύγχρονη τέχνη χωρίς να έχουμε περάσει οργανικά μέσα από τη νεωτερικότητα και ξαφνικά βρεθήκαμε σε αυτό το ξέφωτο της Ιστορίας και κατ’ επέκταση της σύγχρονης τέχνης, όπου προσπαθούμε να βρούμε ένα βηματισμό απέναντι σε όλους αυτούς τους συσχετισμούς. Με άλλα λόγια, ακόμα και αν κατακτιόταν αυτή η δομή, και πάλι θα έπρεπε να αποζητάμε τινάγματα μακριά από αυτή. Για να παραμείνει ιστορικό εργαστήριο δηλαδή και όχι εργοστάσιο. Εξάλλου η δομή είμαστε εμείς.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Το τελευταίο διάστημα εκτυλίσσεται ενεργά στη χώρα μας ένας διάλογος για το έργο τέχνης και τη θέση του στο δημόσιο χώρο. Ποια είναι η άποψή σας για το ζήτημα αυτό;

Ο δημόσιος χώρος είναι μια βαθύτατα φορτισμένη έννοια. Είναι ένας χώρος που ορίζεται πολύ προσωπικά από τον καθένα μέσα από ένα βλέμμα ιδιωτικό και για αυτό θα έλεγα ότι αποτελεί δημόσιο ως προς τον βαθμό που συγκεντρώνει όλες αυτές τις ιδιωτικές νοηματικές και συναισθηματικές επενδύσεις. Από εκεί και πέρα, το πραγματικά δημόσιο φορτίο του είναι κάτι που μένει ανεκμετάλλευτο ως προς τη μεταχείρισή του, μιας και το σημείο τριβής με τα αυθεντικά (και επείγοντα) προβλήματα που προκύπτουν από αυτό έχουν μείνει (προς το παρόν) σε ένα επίπεδο μάλλον ‘εντυπωσιακό’, σίγουρα όμως όχι σε ένα επίπεδο αυθεντικής ρήξης με τις παραδοξότητες, τις αντιφάσεις και τις πραγματικές εντάσεις που ενέχει. Όσον αφορά τις καλλιτεχνικές παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο στην Ελλάδα και συγκεκριμένα μιλώντας για την Αθήνα, προσωπικά παρατηρώ μια ασάφεια ως προς το πρόσημο και την ποιότητα τελικά αυτής της παρέμβασης στην ευρύτερη προβληματική του δημόσιου χώρου. Αυτή η ασάφεια προκύπτει από αυτόν τον μετεωρισμό ανάμεσα στο αισθητικό και το κοινωνικό, αντίθεση η οποία δημιουργείται κάπως επίπλαστα από καλλιτεχνικές απόπειρες που θεωρούν προβληματικές τις αισθητικές συνδηλώσεις του καλλιτεχνικού έργου και επιθυμούν να αυτοδιαλυθεί τελικά αυτό το έργο μέσα στη μεγάλη δεξαμενή του κοινωνικού χώρου, τον οποίο επιθυμούν και να αναμορφώσουν.  Επηρεαζόμενη από τον ακτιβισμό και με βασικό της πρόταγμα τη δράση ως χειρονομία προς μίμηση, αυτή η δημόσια τέχνη εναντιώνεται στο θεσμό της τέχνης σε όλα τα επίπεδα, τελικά όμως καταλήγει να παρουσιάζεται σε θεσμικούς χώρους τέχνης ή και σε άλλους, ανεξάρτητους, και επιμένει να αναγνωρίζεται ως τέτοια, σύμφωνα πάντα με το συντακτικό της σύγχρονης τέχνης, παρά την κατάφορή της αντίθεση στους θεσμούς και τις επίσημες δομές αυτής. Ο δημόσιος χώρος ως τόπος πραγματικής αγωνίας δεν αποκαλύπτεται τελικά ως τέτοιος, δηλαδή ως χώρος που μπορούν να συγκρουστούν εκείνες οι ζωντανές κοινωνικές δυναμικές που επιθυμούν να επηρεάσουν το πρόσημο της πραγματικότητας και της καθημερινότητας, με αποτέλεσμα να αφήνεται χώρος σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες, που καθότι είναι πιο συγκροτημένες και δομικές, μπορούν και προτείνουν τρόπους εμπειρίας του δημόσιου χώρου κοντά σε μια ήρεμη σκηνοθεσία της κοινωνικής ζωής.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Ανήκετε στην επιμελητική ομάδα της Kunsthalle Athena. Μιλήστε μας λίγο για τους στόχους και το έργο σας σε αυτό το χώρο τέχνης. Σε ποιους καλλιτέχνες και σε ποιο κοινό απευθύνεται;

Ο στόχος της επιμελητικής ομάδας της Kunsthalle Athena παραμένει ο ίδιος μετά από τέσσερα χρόνια λειτουργίας. Πραγματοποιούμε εκθέσεις και άλλες εκδηλώσεις με σκοπό να δημιουργήσουμε ένα ίχνος, ένα σήμα, όπου τελικά προτείνεται κάτι, υπάρχει δηλαδή ξεκάθαρα η πρόθεση το έργο να επηρεάσει πάντοτε μέσω της εικαστικής γλώσσας την πολιτισμική πραγματικότητα, η οποία φυσικά δεν μπορεί να είναι μόνο τέτοια και ανοίγεται πλήρως στο αχανές της πραγματικότητας, σε όλες δηλαδή τις αγωνίες της. Με αυτή τη λογική, δεν είναι ένα επιμελητικό έργο όπου αρκείται σε μια καταγραφή της καλλιτεχνικής παραγωγής, αλλά κυρίως, μέσα από τις θεματικές εκθέσεις, προκύπτει ως ανάγκη η δημιουργία μιας αφήγησης, έκθεση με την έκθεση, που να δρα σαν ένα όχημα για τους καιρούς. Άρα απευθύνεται σαφέστατα σε καλλιτέχνες οι οποίοι ευθυγραμμίζονται με αυτούς τους προβληματισμούς και σε ένα ακροατήριο που θεωρεί ακόμα τη σύγχρονη τέχνη το μοναδικό ίσως πεδίο όπου μπορούν να λάβουν χώρα οι γενναιότεροι προβληματισμοί ως προς την ανθρώπινη συνθήκη και να διατυπωθούν προτάσεις που επαναπροσδιορίζουν το παιχνίδι και το άνοιγμα στον κόσμο.

 

Ελένη Ζυμαράκη-Τζώρτζη

 

Στεφανία Στρούζα – Απόστολος Βασιλόπουλος, Σε ένα βαθμό, η ιερότητα βρίσκεται στο βλέμμα του θεατή

www.toacertaindegree.net

http://www.greekfestival.gr/gr/event545-stefania-stroyza---apostolos-basilopoylos-.htm

Kunsthalle Athena

http://www.kunsthalleathena.org

 

 

Photo Credits:

1. Stefania Strouza, Modulor, 2014, Athens Festival 2014

2. Stefania Strouza, Installation view, Athens Festival 2014

3. Stefania Strouza, To a certain degree, sacredness is in the eye of the beholder, Athens Festival 2014

4. Stefania Strouza, Les Passagers, 2014, Athens Festival 2014

5η & 6η : Socratis Socratous, Stolen Garden, 2014, Courtesy of the artist, Photo by Stathis Mamalakis-from the exhibition This is Not my Beautiful House at Kunsthalle Athena

7η : Kostis Velonis, Rural Management, 2014, Courtesy of the artist, Photo by Stathis Mamalakis -from the exhibition This is Not my Beautiful House at Kunsthalle Athena

8η : Anastasia Ax, EXILE, 2014, Courtesy of the artist, Photo by Stathis Mamalakis -from the exhibition This is Not my Beautiful House at Kunsthalle Athena