Ex_pose: Κατερίνα Ζαχαροπούλου

Ρωτώντας... Πέρασαν πολλά χρόνια, κάπου 20... Μέχρι που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τις ερωτήσεις σαν τρόπο ζωής ή μάλλον στάση ζωής...

                                                                                                                                           Κ.Ζ.

Η ‘ερώτηση’, αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς της, είναι πια για την Κατερίνα Ζαχαροπούλου, όπως η ίδια ομολογεί, στάση ζωής. Για περίπου 20 χρόνια συνομιλεί με ανθρώπους από το χώρο της τέχνης ‘ρωτώντας’ για να προσεγγίσει και να αναδείξει την αλήθεια τους και ταυτόχρονα, τη δική της αλήθεια.

Για τον καθένα από εμάς που μυήθηκε σε σημαντικές πτυχές της σύγχρονης τέχνης μέσω των εκπομπών της, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών, οι συνομιλίες αυτές λειτούργησαν ως φάροι γνώσης και καλλιτεχνικής παιδείας. Ταυτόχρονα, λειτούργησαν και ως καταλύτες σε διεργασίες εσωτερικής αναζήτησης, αντίληψης, κατανόησης και έκφρασης της δικής μας προσωπικής αλήθειας.

Η Κατερίνα Ζαχαροπούλου παρουσιάζει την εγκατάσταση «Ρωτώντας» στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης αντλώντας ‘στιγμές’ από το σημαντικό αρχείο της ‘με σκοπό να σχηματίσει ένα είδος αφήγησης που φωτίζει προβληματισμούς της εποχής μας’, μία αφήγηση που θεμελιώνεται ‘σε αξίες και έννοιες καθολικές, ικανές να ακουστούν σε οποιαδήποτε γλώσσα, οπουδήποτε και ανά πάσα στιγμή’.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

25 ακουστικά στοχεύουν σε μία σύντομη, προσωπική και αδιάσπαστη επαφή του επισκέπτη με τις 25 φωνές, που η Κατερίνα Ζαχαροπούλου έχει επιλέξει να ακουστούν. Ως φόρος τιμής σε σημαντικούς Έλληνες της τέχνης.

Ερωτήσεις, απαντήσεις, ‘φωνές’.

Η εποχή των λέξεων.

Η Κατερίνα Ζαχαροπούλου μίλησε στην Ελένη Ζυμαράκη Τζώρτζη.

Η σχέση σας με τη σύγχρονη τέχνη είναι διττή, είστε καλλιτέχνης και δημοσιογράφος. Ποια ανάγκη σας ώθησε αρχικά να προσεγγίσετε την τέχνη με μία δημοσιογραφική ματιά και ποιοι υπήρξαν και είναι οι στόχοι μιας τέτοιας προσέγγισης; ποιες θα λέγατε είναι οι κατακτήσεις της;

 Δεν υπήρξε πρόθεση εκ μέρους μου για δημοσιογραφική προσέγγιση της τέχνης. Προέκυψε ύστερα από πρόσκληση του τηλεοπτικού σταθμού Seven X, πριν από πολλά χρόνια , το 1995, να παρουσιάσω μια εκπομπή για τα εικαστικά. Δέχθηκα μη έχοντας καμία εμπειρία περί δημοσιογραφίας μόνο και μόνο επειδή με  εμπιστεύτηκαν ότι μπορούσα να το κάνω. Σκέφτηκα, γιατί όχι. Γνώριζα τον χώρο αρκετά  καλά, αφού είχα ήδη ξεκινήσει την εικαστική μου πορεία. Οι ερωτήσεις μου έμοιαζαν περισσότερο με ερωτήσεις σε φίλους παρά σε καλεσμένους μιας  εκομπής. Σχεδόν δεν με ενδιέφερε αν η κάμερα κατέγραφε τη συζήτηση. Ήθελα ωστόσο να έχει την ποιότητα μιας αληθινής επαφής με τους καλλιτέχνες, χωρίς να με απασχολούν οι ερωτήσεις κλισέ. Δεν αρνούμαι ότι ήταν και ένας τρόπος βιοπορισμού αυτή η πρώτη επαφή με την τηλεόραση. Οι στόχοι μου ως προς την προσέγγιση των καλλιτεχνών δεν άλλαξαν από τότε. Όσο για τις κατακτήσεις … είναι η εξής μία: Πίστη στην ιδέα της δημιουργίας .

Η εγκατάσταση που αυτήν την περίοδο παρουσιάζετε στους χώρους του Ινστιτούτου Σύγχρονης Τέχνης - iset έχει τίτλο “Ρωτώντας”. Είναι μία αναφορά στις χιλιάδες ερωτήσεις που έχετε απευθύνει στα πλαίσια συνεντεύξεων, επί δύο δεκαετίες, σε ανθρώπους της τέχνης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. 

Μιλήστε μας για το ρόλο της ‘ερώτησης’ ως δημοσιογραφικό αλλά και ως καλλιτεχνικό εννοιολογικό εργαλείο/μέσο. Πόσο πολύ ή πόσο λίγο απέχουν τα δημοσιογραφικά από τα καλλιτεχνικά ερωτήματα που έχετε θέσει στη μέχρι τώρα πορεία σας;

Θα σας δώσω τρία παραδείγματα. Υπάρχει ένας  καλλιτέχνης, ο Ούγκο Ροντινόνε ο οποίος ανάμεσα σε άλλα έργα του έχει δημιουργήσει κάποια με λέξεις  από φως ΝΕΟΝ. Ένα από αυτά, σε σχήμα τόξου με πολύχρωμα γράμματα, τοποθετημένο όταν εκτίθεται στην είσοδο μιας πόλης, η στην αρχή ενός δρόμου γράφει «Where do we  go from here?». Ας υποθέσουμε τώρα  ότι το ίδιο ερώτημα κάνει ένας δημοσιογράφος  σε έναν πολιτικό  ειδικά στις μέρες μας, ενώ το ίδιο ερώτημα ας φανταστούμε ότι κάνει σε εσάς  ένας τουρίστας  στο κέντρο της Αθήνας. Καταλαβαίνετε ότι οι διαφορές είναι τεράστιες αφού οι περιοχές απ’ όπου έρχονται τα ερωτήματα βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά η μία από την άλλη.  Υπό αυτή την έννοια κανένα από τα ερωτήματά μου δεν χαρακτηρίζονται δημοσιογραφικά. Ίσως γι’ αυτό οι απαντήσεις που παίρνω είναι πάντα ένα δώρο ανέλπιστο.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed  src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

 Μέσω της δημοσιογραφικής σας σχέσης με τους καλλιτέχνες πιθανόν να έχετε αποκτήσει μία πολυεπίπεδη, σφαιρική, αποστασιοποιημένη αλλά και σε βάθος οπτική και γνώση για τη σύγχρονη τέχνη. Είναι έτσι; Ποιο θα λέγατε ότι είναι σε γενικές γραμμές το στίγμα της σύγχρονης τέχνης και ποιο το προφίλ αλλά και ο ρόλος του σύγχρονου καλλιτέχνη;

Η σύγχρονη τέχνη είναι μια συναρπαστική υπόθεση. Για να την γνωρίσεις χρειάζεται προσωπική απόφαση, δεν σου χαρίζεται, δεν κολακεύει το γούστο, δεν σε διευκολύνει να την αγαπήσεις. Χρειάζεται πολλά μικρά, και σταδιακά μεγάλα βήματα για να πας προς το μέρος που κατοικεί. Δεν θα αρκούσε επ’ουδενί η όποια ας την πούμε δημοσιογραφική σχέση με αυτήν για να αποκτηθεί γνώση, εμπειρία και αγάπη. Τα σύγχρονα έργα είναι απαιτητικά, ζητούν χρόνο και αποφυγή της καχυποψίας κατ’ αρχήν. Ωφελήθηκα πολύ από τον λόγο των καλλιτεχνών τον οποίο προσπάθησα να αφομοιώσω και να συνθέσω με προσωπικές μου εμπειρίες, διαβάσματα, αποτυχίες και ρίσκα.

Αυτό είναι που κάνει την όποια σχέση μου με τα έργα τους βαθιά και την όποια γνώση μου έγκυρη.

Όσο για τον ρόλο του σύγχρονου καλλιτέχνη που με ρωτάτε, είναι παντού ένας. Να μεσολαβεί ανάμεσα στην αλήθεια και την πραγματικότητα υπέρ της πρώτης.

Ποια είναι η δική σας αίσθηση όσον αφορά στο χαρακτήρα, στο στίγμα της σύγχρονης Ελληνικής τέχνης και στη θέση που έχει στη διεθνή εικαστική σκηνή;

Η Ελληνική σύγχρονη τέχνη αυτή τη στιγμή, νομίζω ότι χαρακτηρίζεται περισσότερο από μορφές που αντιστοιχούν στο  γενικότερο κλίμα της διεθνούς εικαστικής σκηνής. Μπορεί ένα έργο για παράδειγμα να φτιάχνεται εδώ, ή ο καλλιτέχνης να ζει εδώ, αλλά  στο περιεχόμενό του βλέπουμε όλο και συχνότερα ζητήματα που αφορούν όλο τον κόσμο.  Οι συμμετοχές μας στα μεγάλα διεθνή εικαστικά δρώμενα το επιβεβαιώνουν. Βλέπουμε έργα γύρω από την μετανάστευση, την κρίση των πόλεων, τη βία, την αποτυχία, τη διαχείριση της μνήμης, την ιστορία. Παρ’όλα αυτά, η διεθνής μας παρουσία είναι προς το παρόν ιδιαίτερα ισχνή. Πιστεύω ότι μια νεότερη γενιά ελλήνων καλλιτεχνών θα διακριθεί με τον καιρό, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταφέρει να αρθρώσει δυνατά και με ειλικρίνεια τα παθήματα του καιρού της. Επιπλέον, οι καλλιτέχνες θα πρέπει να αντέξουν  στο μεγάλο και περιπετειώδες ταξίδι μετακινούμενοι συχνά, συναντώντας τους κατάλληλους ανθρώπους που θα νοιάζονται για το τι έχουν  να πουν. Η Ελλάδα αλλάζει, τα σύμβολα αλλάζουν, η ίδια η ερμηνεία για την τέχνη αλλάζει… Ίσως χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να σχηματισθεί μια τέχνη όχι πια «ελληνική» έτσι όπως παλιά την ονομάζαμε, αλλά μια τέχνη που ενώ φέρει  δικά μας χαρακτηριστικά  θα ενδιαφέρει  και όλους τους άλλους γιατί θα μοιράζεται με αυτούς κοινές αγωνίες. Δεν είναι η εποχή για να πεις πόσο σπουδαίος είσαι, αλλά πόσο σε ενδιαφέρει ο Άλλος που συχνά είναι ηττημένος, όπως και εσύ άλλωστε…

Από “Την Εποχή των Εικόνων” στο “Ρωτώντας”. Από την εικόνα στο λόγο. Συχνά οι καλλιτέχνες αντιδρούν στο αίτημα, στην ανάγκη να συνδυάσουν την εικόνα με το λόγο ακόμη και να μιλήσουν για το έργο τους, θεωρώντας πως κάθε τέτοια απόπειρα διαβάλλει την αυτονομία αλλά και την ίδια την ουσία ενός έργου τέχνης που θα πρέπει ‘να μιλάει από μόνο του’ στο κοινό. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά; Ποια είναι η σχέση εικόνας και λόγου στη σύγρονη τέχνη; είναι πια μία σχέση απενοχοποιημένη;

Κάποτε ίσως οι καλλιτέχνες ήσαν πιο επιφυλακτικοί στο να μιλούν για το έργο τους, πράγματι. Η σύγχρονη κοινωνία όμως, που βάζει διαρκώς ερωτήματα σαν μετρητές προθέσεων, αξιών, μεγεθών, όλη μέρα κάθε μέρα με όλους τους τρόπους, οδήγησε  τους πάντες σε μια υπερβολική εξωστρέφεια. Οι καλλιτέχνες ως περισσότερο ασκημένοι στην εσωτερική ζωή καταφέρνουν συχνά να διαφέρουν όταν μιλούν. Είναι περισσότερο στοχαστικοί, αποφεύγουν το αυτονόητο και, όταν μιλούν αποδίδουν με εξαιρετικό τρόπο νοήματα που έκαναν χρόνια να σχηματισθούν στο μυαλό τους. Δεν θέλω να πώ ότι αυτό συμβαίνει πάντα, αλλά τουλάχιστον σε αυτούς που εγώ συνάντησα δεν βρήκα κανέναν να πιστεύει πως ο λόγος του είναι εναντίον του έργου του η ότι το κοινό δεν αξίζει απαντήσεις σε ειλικρινή και εύστοχα ερωτήματα. Το ίδιο πιστεύω και εγώ.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Θεωρείτε πως η σύγχρονη τέχνη σε μορφές και φόρμες πέρα των παραδοσιακών αφορά το μη μυημένο κοινό; μπορεί να του μιλήσει, να το αγγίξει με τρόπο άμεσο δίχως τη διαμεσολάβηση κάποιου/ων; οφείλει τελικά να το κάνει;

Ο «διαμεσολαβητής» είναι το θέμα… Το κοινό βρίσκει τρόπους να εισβάλλει και στα πιο παράδοξα θεάματα, ακούσματα, διαβάσματα. Άλλοτε μένει, άλλοτε φεύγει. Όποιος συναντηθεί με σύγχρονα έργα αρχικά προκαλείται, και η πρόκληση εγείρει περιέργεια, μετά ερωτήματα, αμφισβήτηση, ενίοτε και θυμό. Επομένως, στάδιο πρώτο, να συναντηθούμε, στάδιο δεύτερο, να ενδιαφερθούμε, στάδιο τρίτο, να ρωτήσουμε, και τέλος να αποφασίσουμε για την σχέση που θέλουμε να έχουμε με αυτή την παράξενη και γοητευτική τέχνη του σήμερα. Εδώ,  ναι, ένας παθιασμένος πλην όμως νηφάλιος «διαμεσολαβητής» μπορεί να βοηθήσει τους νεοφώτιστους. Προϋπόθεση, να έχει υπάρξει  και ίδιος  εν αγνοία, να έχει προσωπικά αγαπήσει, γοητευθεί, πεισθεί εν τέλει ότι κάποια από τα έργα σύγχρονης τέχνης  άξιζαν την αφοσίωσή του, τις σπουδές του, το κομμάτι της ζωής του που επηρέασαν.

 Ο ρόλος του επιμελητής τις τελευταίες δεκαετίες έχει αναδειχθεί σε πρωταγωνιστικό. Μήπως είναι ένας ρόλος υπερεκτιμημένος; ποιες θα λέγατε είναι οι πραγματικές του διαστάσεις;

Οι επιμελητές διαφέρουν από τόπο σε τόπο, από κοινωνία σε κοινωνία. Υπάρχουν εξαιρετικοί επιμελητές, άνθρωποι με βαθιά καλλιέργεια, όραμα και τη διάθεση να αναδείξουν νέες δυνάμεις στην τέχνη. Υπάρχουν και οι διεκπεραιωτές. Βάζουν ένα θέμα στο κεφάλι τους και οι καλλιτέχνες τρέχουν να το εικονογραφήσουν.  Προσωπικά, όσους εκτιμώ από αυτούς που γνωρίζω, τους εκτιμώ περισσότερο για την συνολική τους στάση στα πράγματα, τα κείμενα και τα βιβλία τους, για τους καλλιτέχνες που υποστήριξαν σε ανύποπτο χρόνο, για τα όχι που είπαν και τα ναι που ρίσκαραν, παρά για το αν είναι μεγαλοπαράγοντες  η πρωταγωνιστές.

Πού ανήκει η σύγχρονη τέχνη, στις γκαλερί, στα μουσεία, στο ‘δρόμο’, στα φεστιβάλ, στις μπιενάλε, στις φουάρ, στις ιδιωτκές συλλογές...; πού βρίσκονται οι ιδανικές συνθήκες έκθεσης και συνάντησης του σύγχρονου έργου τέχνης με το κοινό;

 Εδώ θα σας απαντήσω με κλισέ. Είμαι φανατική επισκέπτρια της Μπιενάλε Βενετίας. Σε ότι αφορά το πλατύ κοινό, νομίζω ότι εκεί είναι το καλύτερο σημείο συνάντησης με τη σύγχρονη τέχνη. Η σύγχρονη τέχνη ωστόσο ανήκει σε όποιον την αναζητήσει με πάθος. Τότε του δίνεται ολοκληρωτικά.  

Από την άλλη, για να ξοδεύονται και να επενδύονται τόσα χρήματα σε αυτήν, μεταξύ αστείου και σοβαρού, ας πούμε ότι πρόκειται για μοιραία σχέση.

Ποια θεωρείτε πως είναι τα κριτήρια επιτυχίας, διάκρισης και αναγνώρισης ενός σύγχρονου καλλιτέχνη για τα πρόσωπα, μηχανισμούς και φορείς που ‘κινούν τα νήματα’, κάνουν επιλογές και παίρνουν αποφάσεις, οι οποίες συντελούν σε/διασφαλίζουν την καλλιτεχνική επιτυχία, διάκριση, αναγνώριση;

Σε κάθε εποχή άλλα. Σήμερα νομίζω πως το ενδιαφέρον εστιάζεται σε καλλιτέχνες εκτός κέντρου. Σε καλλιτέχνες ακόμη που φέρουν στο έργο τους ταυτότητες της διεθνούς ανακατανομής. Μνήμη, πόνος, πολιτική, διαφορετικότητα, παίζουν ιδιαιτέρως. Βεβαίως και η πιθανότητα  επένδυσης  και κέρδους σε έργα πληθωρικά, γιγαντιαία, πολυεθνικού χαρακτήρα, δεν αφήνει αδιάφορους τους μηχανισμούς.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Στην επιλογή των 25 προσώπων έχετε συμπεριλάβει γνωστούς Έλληνες συλλέκτες. Μιλήστε μας λίγο για αυτή την επιλογή.

 Οι έλληνες συλλέκτες που βλέπετε στην εγκατάσταση «Ρωτώντας» είναι άνθρωποι που συνεισφέρουν εδώ και χρόνια στην υπόθεση της σύγχρονης τέχνης. Εκτός από το ίδιο το γεγονός της αγοράς έργων -πράγμα που κατά περιόδους έχει στηρίξει την ελληνική αγορά της τέχνης- έχουν ιδρύσει χώρους, έχουν οργανώσει εξαιρετικές εκθέσεις σε μεγάλα διεθνή μουσεία, έχουν προσκαλέσει στην Ελλάδα πολύ σημαντικούς επιμελητές των οποίων η παρουσία ωφέλησε τον διάλογο και τη διάδοση ιδεών γύρω από σύγχρονα θέματα με τα οποία η τέχνη ασχολείται. Επενδύουν σε νέους καλλιτέχνες, αναδεικνύουν την αξία παλαιότερων και εν τέλει βάζουν ένα μέτρο ανάλογο με τη διεθνή συγκυρία αυτή τη στιγμή. Ο Δάκης Ιωάννου με το ίδρυμα ΔΕΣΤΕ, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος με τον οργανισμό ΝΕΟΝ, παλαιότερα ο Μάνος Παυλίδης που ίδρυσε τον ΔΕΣΜΟ,  είναι κεφάλαια για τον τόπο. Πιστεύω ότι  στα χρόνια που ακολουθούν αυτό θα αναδειχθεί   ακόμη περισσότερο.

Και επειδή η εγκατάσταση «Ρωτώντας» θέλει να αποτελλεί ένα ημερολόγιο και συγχρόνως να καταγραφεί ως μια πράξη μνήμης, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα ήταν δυνατόν να απουσιάζουν.

Στην ηχητική εγκατάσταση ‘Ρωτώντας’ έχετε επιλέξει τις φωνές 25 Eλλήνων, ανθρώπων της τέχνης, ως φορο τιμής σε αυτούς για τη γενικότερη προσφορά τους στην τέχνη. Αν είχατε τη δυνατότητα να προσθέσετε ακόμη 3 πρόσωπα από το παρελθόν, την ιστορία της τέχνης, ποια θα ήταν τα πρόσωπα και ποιες οι ερωτήσεις που θα κάνατε στο καθένα από αυτά;

Αυτό θα σας το απαντήσω με ένα άλλο έργο στο μέλλον.

Αν σας ρωτούσε κάποιος «Τι μάθατε ‘Ρωτώντας’» ποια θα ήταν η απάντησή σας;

«Μη σταματήσεις να ρωτάς…».

 Τέλος, ποια ερώτηση θα κάνατε... στην Κατερίνα Ζαχαροπούλου;

 «Θα έχεις λίγο χρόνο να σε ρωτήσω όσα δεν πρόλαβα στις προηγούμενες συναντήσεις μας…;».

 

Κατερίνα Ζαχαροπούλου, «Ρωτώντας».

30 Ιανουαρίου – 22 Μαρτίου 2014

Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης – iset

Βαλαωρίτου 9α

Ώρες λειτουργίας: Τρίτη έως Παρασκευή 10.00 – 17.00, Σάββατο 10.00 – 15.00

 

Ελένη Ζυμαράκη Τζώρτζη