Ex_pose: Adam Chodzko

Η δουλειά του Adam Chodzko αντιστέκεται σε κάθε είδους εύκολες κατηγοριοποιήσεις και σε κατακλύζει με το εύρος των μέσων που μετέρχεται καθώς και με το βάθος και τις προεκτάσεις των ιδεών που πραγματεύεται, συγχρονικά και διαχρονικά.

Στα πλαίσια του project  Καλλιτέχνες σε Διάλογο με το Μουσείο Μπενάκη ο Chodzko έχοντας ως αφετηρία τις συλλογές του μουσείου και ό,τι αυτές συνεπάγονται για τις συλλογικές μας μνήμες και την εθνική μας ταυτότητα, αποπειράται να δημιουργήσει φανταστικές, εικαστικές αφηγήσεις μιας μελλοντικής Ελλάδας. Πρόκειται για ένα παιχνίδι εικόνων -στατικών και κινούμενων- και λέξεων, που στην ουσία θέτει υπο αμφισβήτηση παγιωμένες αντιλήψεις αλλά και θεσμούς που έχουν να κάνουν με διαδικασίες κατασκευής, διαφύλαξης και έκθεσης/ερμηνείας των πολιτιστικών αγαθών/χώρων εν γένει. 

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/P1050771.jpg

Ο τόπος έκθεσης των έργων που επέλεξε ο ίδιος ο καλλιτέχνης είναι ο χώρος της ράμπας του κτηρίου της Πειραιώς, γεγονός που καθιστά τη θέαση των έργων μια διεργασία ανάβασης/κατάβασης.

Ο καλλιτέχνης βρέθηκε στην Ελλάδα και μίλησε για τη δουλειά του σε ομιλία στο Μουσείο Μπενάκη στις 20.11.2013.

Ο Adam Chodzko γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1965. Ζει και εργάζεται στο Whitstable, Kent, στη Μεγάλη Βρετανία.

Έχει παρουσιάσει έργα του σε μεγάλες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις όπως: Raven Row (2013), Because…, Schwitters in Britain: Tate and Grizedale Arts commission, Tate Britain (2013), Ghost, Whistable Biennale (2010), Pyramid, Folkestone Triennial (2008), Proxigean Tide, Tate St Ives (2008), Museuo d’ Arte Moderna, Bologna (2007).

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/P1050789.jpg

Ο Adam Chodzko μίλησε στην Ελένη Ζυμαράκη Τζώρτζη.

Ε.Ζ. Ξεκίνησες την πορεία σου στον κόσμο της τέχνης σπουδάζοντας Ιστορία της Τέχνης. Στη συνέχεια, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ξεκίνησες τις μεταπτυχιακές σου σπουδές στις Καλές Τέχνες. Τι κάνει έναν ιστορικό τέχνης να ΄περάσει στην απέναντι όχθη’;

Στην παραγματικότητα έγινε αντίστροφα: στην ηλικία των 19 έκανα ένα foundation course στις Καλές Τέχνες. Ξεκίνησα ως φοιτητής των Καλών Τεχνών, ύστερα σκέφτηκα (αφελώς) ότι θα μπορούσα να συνεχίσω να πειραματίζομαι μόνος μου και ότι το σημαντικό ήταν να ανακαλύψω τι είχε προυπάρξει. Όμως, πιστεύω πως η Ιστορία της Τέχνης με αποπροσανατόλισε. Έτσι, για κάποια στενόχωρα χρόνια ακολουθώντας την πορεία αυτή πίστεψα ότι αυτό που επιθυμούσα ήταν να εργαστώ σε μία εμπορική γκαλερί μη συνειδητοποιώντας ότι στην πραγματικότητα κανείς δεν ενδιαφερόταν να ακούσει τις απόψεις μου για τον Stanley Spencer ή τον Graham Sutherland. Έτσι, γύρισα την πλάτη μου σε αυτό το περιβάλλον και έσπευσα πίσω για να αφοσιωθώ ολοκληρωτικά σε αυτό που είχα περιορίσει και περιθωριοποιήσει στη ζωή μου: στο να κάνω τέχνη.

Οι σπουδές που έκανα στην ιστορία της τέχνης ήταν πολύ συντηρητικές, παραδοσιακές (δεν ήξερα και πολλά στην ηλικία των 20!) από τις οποίες ουσιαστικά απουσίαζε κάθε σύγχρονη θεωρία. Ωστόσο, αυτό που μου προσέφεραν ήταν η αίσθηση της σχέσης που μπορεί να έχει με το παρόν σχεδόν κάθε περίοδος της ιστορίας της τέχνης. Για παράδειγμα, με τον ίδιο τρόπο που μπορώ να δω πώς στοιχεία του Σουπρεματισμού ή του Μινιμαλισμού έχουν νόημα τώρα, μπορώ να τοκάνω και με τη ζωγραφική της αναγέννησης της βόρειας Ευρώπης ή τη Γοτθική Αρχιτεκτονική. Αυτή η αίσθηση του εύρους των δυνατοτήτων που μπορεί να έχει ‘το εικαστικό’ συνεχίζει να επηρεάζει τη δουλειά μου. Πιστεύω επίσης πως συχνά οι φοιτητές σε σχολές τέχνης υιοθετούν ένα μόνο στυλ που προκύπτει είτε ως φόρο τιμής είτε ως ένδειξη αντιπαράθεσης με τους δασκάλους τους (ή με οποιονδήποτε πουλάει καλύτερα στη φουάρ Frieze! - κάτι που γίνεται τώρα).

Ε.Ζ. Αρχικά εκπαιδεύτηκες στο να μελετάς τα έργα τέχνης, να τα αναλύεις. Με ποιους τρόπους επηρεάζει αυτή σου η ικανότητα τη δουλειά σου ως καλλιτέχνης;

Νομίζω ότι ίσως πιέζω τον εαυτό μου να προσπαθεί να κάνει έργα τα οποία δεν έχουν σχέση με ό,τι έχει συμβεί στο παρελθόν. Λέω ‘πιέζω’ αλλά στην πραγματικότητα απολαμβάνω αυτήν την πρόκληση. Νιώθω πως πρέπει να είμαι σίγουρος, τουλάχιστον αναδρομικά, ότι δουλεύω σε νέο έδαφος ακόμη και αν υιοθετώ στυλιστικές όψεις από άλλες περιόδους.

Πιστεύω ακόμη ότι μου επτρέπει να ‘βγω’ από το έργο όταν πρέπει να εκτιμήσω πώς αυτό λειτουργεί – να προσπαθήσω να το δω με το ‘αθώο’ βλέμμα του θεατή και όχι να κάνω υπερβολικές υποθέσεις με βάση τη γνώση που ήδη έχω.

Τέλος, είναι για εμένα μεγάλη ικανοποίηση το να ανακαλύπτω το βάθος της δουλειάς άλλων ανθρώπων – είτε αυτό γινόταν στα πλαίσια των σπουδών μου στην ιστορία της τέχνης, είτε και παλαιότερα στο σχολείο με ένα απόσπασμα του Σαίξπηρ ή του Τζορτζ Έλιοτ. Όταν ανακαλύπτεις κατα καιρούς το όμορφα περίπλοκο, ρευστό νόημα και την ασάφεια του κόσμου, πέρα από τη δική σου δουλειά, σου δημιουργεί την εκπληκτική πρόκληση να προσπαθήσεις στη συνέχεια να προσφέρεις την ίδια εμπειρία στους άλλους.

Ε.Ζ. Η δουλειά σου καλύπτει ένα ευρύ φάσμα μέσων και ιδεών. Είναι δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί. Είναι επίσης άρρηκτα συνδεδεμένη με λέξεις και κείμενα. Ποιος είναι ο ρόλος της εικόνας και ποιος της γλώσσας στη δουλειά σου; ποιο από τα δυο είναι το σημαντικότερο;

Στην πραγματικότητα δεν είμαι καθόλου χαρούμενος με το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνω λέξεις στη δουλειά μου! Νομίζω ότι στην αρχή όταν τις προσθέτω μοιάζουν φρικτές και χρειάζομαι αρκετό χρόνο για να τις συμπαθήσω! Δε μου αρέσει καθόλου να διαβάζω σε γκαλερί και θα προτιμούσα να μη χρησιμοποιώ λόγο στα βίντεό μου. Όμως δυστυχώς ορισμένες φορές τις χρειάζομαι στη δουλειά μου, αλλά τις χρησιμοποιώ με όσο το δυνατό περισσότερη φειδώ. Όταν δουλεύω με αυτό τον τρόπο οι λέξεις  ενσωματώνονται στην εικόνα. Αλλά σε καμία περίπτωση δε θεωρώ το κείμενο ανώτερο από την εικόνα.

Ε.Ζ. Το έργο σου Youll see this time itll be different που εκτίθεται αυτή τη στιγμή στο μουσείο Μπενάκη. Πρόκειται για μία in situ έκθεση, την οποία δημιούργησες με υλικό από το συγκεκριμένο μουσείο-για το συγκεκριμένο μουσείο στα πλαίσια του προγράμματος ‘Καλλιτέχνες σε διάλογο με το Μουσείο Μπενάκη’.

Ποιο είναι το concept του έργου αυτού;

Μίλησέ μας για τις προκλήσεις που αντιμετώπισες με το όλο project.

Μου αρέσει πάντα η ιδέα μιας πολιτιστικής μεταστροφής σε μία κατάσταση αφενός πιο ποιητική, με μεγαλύτερα άλματα φαντασίας αλλά και αφετέρου ενός  πειραματισμού (με χαρακτήρα παιχνιδιού, παρά κατανάλωσης) πολύ συνηθισμένου και καθημερινού, διαδεδομένου με πολλούς τρόπους, που να αφορά τον καθένα. Η ύπαρξη μιας κρίσης είτε οικονομικής, πολιτικής είτε περιβαλλοντικής, μπορεί να προκαλέσει με τρόπο καταλυτικό μια τέτοια μεταστροφή. Στα πλαίσια αυτά και συγκεντρώνοντας την υπάρχουσα συλλογή του Μουσείου Μπενάκη (ένα σχεδόν αδύνατο εγχείρημα λόγω του εύρους της αλλά και της δικής μου απειρίας), έγινα ένας απλός επιμελητής, ένας ξένος, δίχως δεσμεύσεις, λειτουργώντας σε ένα πλήθος εκθεσιακών χώρων σε όλη την Ελλάδα. Έπλασα μια σειρά από φανταστικές εκθέσεις μιας ‘χρυσής εποχής’, την οποία τοποθέτησα τη δεκαετία 2066-2076. Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη είναι ουσιαστικά η αναδρομική έκθεση του έντυπου υλικού, των posters, εκείνων των εκθέσεων, οπότε μας μεταφέρει χρονικά ακόμη πιο μπροστά στο μέλλον, ίσως στα 2090’s. Τα θέματα των εκθέσεων αυτών δε φαίνεται να βγάζουν νόημα: ‘Unpopularity’, Pleasure, Bread and Power’, The Joy of Turbulence’, Grace and Horror’, Technology and Systems of Gentleness’, Leisure, Race and Demons’, Repetition’, The Lonely Man’.

Επομένως πάλι εδώ υπάρχει ο υπαινιγμός μιας μεταστροφής σε ένα περισσότερο ποιητικό, λιγότερο κυριολεκτικό κόσμο, συχνά έξω από την πόλη σε τοπία διαφορετικά - από το ‘παλιό’ κτίριο της ΙΚΕΑ στη Θεσσαλονίκη σε ένα πολύ απομακρυσμένο φάρο στο Ακρωτήρι Ταίναρο στην Πελοπόννησο. Οι εικόνες στα posters, τα αντικείμενα και οι φωτογραφίες από τη συλλογή του Μπενάκη, επίσης μοιάζουν να έρχονται σε αντίθεση με το θέμα που υποδηλώνεται κάθε φορά. Όλες αυτές οι αναφορές και οι συσχετισμοί μέσα στα posters στοχεύουν στο να διανοίξουν ένα νέο χώρο.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/P1050792.jpg

Ε.Ζ. Στόχος του Μουσείου Μπενάκη είναι -ανάμεσα σε άλλα- ‘να διατηρήσει τις συλλογικές μνήμες μέσω των αντικειμένων και των αρχείων από και για τον Ελληνικό κόσμο’. Δεν είσαι Έλληνας. Πώς βρήκες το δρόμο σου μέσα σε αναμνήσεις που δεν ήταν δικές σου;

 

Σχεδίασα αυτά τα posters ως ένας αφελής ξένος, ένας μη-μυημένος, με ελάχιστη γνώση της γραφιστικής και καθόλου γνώση της επιμέλειας ή της μουσειολογίας. Αλλά αυτή τη διάσταση της άγνοιας βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ώστε να λειτουργήσω και βρω πιθανές διεξόδους από κανόνες, συμβιβασμούς, συντηρητισμούς, ιεραρχίες κλπ. Είναι συναρπαστικό το ‘να κάνεις το λάθος πράγμα΄. Η εμπειρία μπορεί να έχει απίστευτο ρόλο αλλά το να αφιερώσεις το χρόνο και τη συγκέντρωση που απαιτείται ώστε να την αποκτήσεις συχνά απαιτεί να το κάνεις σε βάρος της επαφής σου με τον κόσμο και σε βάρος της  ακατέργαστης, πιο ποιητικής αίσθησης για την πιθανή εκδοχή των πραγμάτων.

Υπάρχει ακόμη ένα μικρής διάρκειας βίντεο στην έκθεση, το οποίο είναι ένα είδος ανορθόδοξης καταγραφής των χώρων από τους οποίους τα posters αυτά ανακτήθηκαν, για να εκτεθούν αναδρομικά. Φαίνεται να έχουν ξεθαφτεί μέσα από χώρους οικιακούς, ίσως στην Ελλάδα, στους οποίους υπήρχαν, φυλασσόμενα από παιδιά. Είναι προφανές ότι τα μόνα posters που υπάρχουν είναι όσα διασώθηκαν, για το μέλλον, για οποιοδήποτε λόγο, από ανθρώπους που τα εκτιμούν και που δημιούργησαν μαζί τους στενούς και προσωπικούς συσχετισμούς, μακριά από επίσημα ιδρύματα και θεματοφύλακες του πολιτισμού.

E.Z. Τώρα που αυτή η δουλειά έχει εκτεθεί στο κοινό και έχεις κάποια ανατροφοδότηση, πώς νιώθεις για αυτήν;  κατάφερε να ‘μιλήσει’ στον κόσμο με τον τρόπο που ήθελες;

Δυστυχώς στην πραγματικότητα δεν έχω ποτέ ιδέα για το πώς οι άνθρωποι εισπράττουν τη δουλειά μου. Οι καλλιτέχνες σπάνια έχουν την ανατροφοδότηση του κόσμου. Οφείλω να ομολογήσω πως η δουλειά μου λειτουργεί με ένα τρόπο που με ικανοποιεί,  αλλά που όμως δεν μπορώ να προβλέψω.  Πάντα θα λειτουργεί με έναν μη-αναμενόμενο τρόπο. Και πάντα θα πρέπει να αφήνω στην άκρη κάθε προσδοκία και να προχωρώ στην επόμενη δουλειά.

Ε.Ζ. Κοιτάζοντας τη δουλεία σου στο πέρασμα των χρόνων φαίνεται πως, παρόλο που υπάρχουν πολλά επανεμφανιζόμενα στοιχεία και μία ισχυρή συνέπεια στη θεματολογία σου, δε σε απασχολεί το να καθιερώσεις ένα εύκολα αναγνωρίσιμο εικαστικό στυλ ή μια επαναλαμβανόμενη καλλιτεχνική διαδικασία...

Ναι, είμαι καχύποπτος απέναντι σε κάθε ‘σπιτικό στυλ’. Πολλοί καλλιτέχνες πειραματίζονται στα πλαίσια μιας πολύ ενδιαφέρουσας ενδοσκόπησης μέχρι τη στιγμή που κάποια συγκεκριμένη δουλειά θα προκαλέσει το ενδιαφέρον του κοινού και πιθανόν και κάποιο οικονομικό όφελος. Από εκείνο το σημείο και μετά βάζουν στην άκρη κάθε πειραματική διερευνητική προσέγγιση και δημιουργούν επαναλαμβανόμενες εκδοχές της ‘επιτυχημένης’ δουλειάς με ελάχιστη κάθε φορά εξέλιξη.

Με ενδιαφέρει περισσότερο το να ανταποκρίνομαι στις ειδικές κάθε φορά συνθήκες, που ο ίδιος αντιλαμβάνομαι, και να προσπαθώ να δημιουργήσω ένα διάλογο με αυτές, αναπτύσσοντας μία ιδιαίτερη αρμονία με την απόλυτη αμεσότητα και ιδιαιτερότητα της κάθε κατάστασης.  Επομένως η σχέση αυτή είναι κάπως έτσι: εσύ - ο κόσμος και εγώ - ο Άνταμ, δημιουργούμε κάτι μαζί, στο παρόν, προτού και οι δυο χρειαστεί να προχωρήσουμε. Θεωρώ αυτή την προσέγγιση πιο συναρπαστική από την αμυντική, χαμηλού κινδύνου προσέγγιση των καλλιτεχνών, που μοιάζει με την πρακτική επικόλλησης της ετικέτας ‘Ήμουν και εγώ εδώ’ στον κόσμο. Τι είδους προσφορά είναι αυτή;!

Πιστεύω ότι έχει να κάνει με το βαθμό της δέσμευσης και του ανοίγματος και της περιέργειας σχετικά με τον κόσμο. Οι καλλιτέχνες εξ αιτίας του status που συνδέεται με το να είσαι  ‘καλλιτέχνης’ θεωρούνται αυτομάτως ως μοναχικοί οραματιστές, θιασώτες της περιπέτειας. Αυτή η μυθολογία κατά τη γνώμη μου μπορεί στην πραγματικότητα να προκαλέσει μια πολύ οκνηρή, αυτάρεσκη και συντηρητική στάση στους καλλιτέχνες. Είναι σημαντικό (αλλά περιέργως κουραστικό) να το αμφισβητείς και να προσπαθείς κάθε φορά να ξεκινάς από μια φρέσκια, ακατέργαστη κατάσταση, έτοιμος να εμποτίσεις την τέχνη με τις πραγματικές της δυνατότητες.

 

Καλλιτέχνες σε διάλογο με το Μουσείο Μπενάκη

Adam Chodzko, You’ll see; this time it’ll be different

Η έκθεση πραγματοποιείται με τη συνεργασία του Βρετανικού Συμβουλίου 

Διάρκεια

21/11/2013 - 19/01/2014

Κτήριο οδού Πειραιώς

 

Adam Chodzko: http://www.adamchodzko.com

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/P1050794.jpg


 

Ex_pose: Adam Chodzko

 

Adam Chodzko’s work resists any kind of easy classification as it overwhelms you with the range of the means that it employs and also with the depth of the concepts it de/composes.

Within the context of ‘Artists in Dialogue with the Benaki Museum’ project and having as his point of departure the musuem’s collections - and all the things that these collections imply for our collective memories and national identity – Chodzko creates fantastic visual narratives of a future Greece. This is a game of images –static and moving- and words that challenge established perceptions and constitutions involved with procedures of constructing, safeguarding and exposure/interpretation of cultural goods in general.

The exhibition place indicated by the artist himself is the Pireos building’s ramp, a fact that makes the whole viewing of the exhibition a climbing up or down process.

Adam Chodzko was born in London in 1965. He lives and works in Whitstable, Kent, UK.

Since 1991, Chodzko has presented his work in solo and group exhibitions such as: Raven Row (2013), Because…, Schwitters in Britain: Tate and Grizedale Arts commission, Tate Britain (2013), Ghost, Whistable Biennale (2010), Pyramid, Folkestone Triennial (2008), Proxigean Tide, Tate St Ives (2008), Museuo d’ Arte Moderna, Bologna (2007).

 

Adam Chodzko had a conversation with Eleni Zymaraki Tzortzi.

E.Z. You first entered the art-world by studying art history; then, after a period of time you started your MA in Fine Arts. What makes an art historian ‘cross the river reaching the other side’?

Well, in fact it was the other way around. I began as an artist studying Fine Art, then thought (foolishly) that I could continue to experiment in my own time but that it was essential to find out what went before. But I think the Art History led me astray so for a few morose years following this I thought I wanted to work for a commercial gallery in the role of art historian not realising that no-one was really that interested to hear my thoughts on Stanley Spencer or Graham Sutherland. So I turned my back on this environment and then rushed back into making art full time from what had become marginalised for me as a kind of 1am practice.

I did a very conservative, traditional Art History degree - (I didn't know any better aged 19!) which was almost absent of any contemporary theory.

However, what it did give me was a sense of the relevance, in the present, of almost any period of art history. So, for instance, I can see how aspects of Suprematism or Minimalism make sense now, as much as Northern European Renaissance painting, or Gothic architecture. This sense of the very open possibility of what the visual could be continues to affect my work. I think too often art students at art college adopt a single style for life, usually as a tribute to, or in opposition to their tutors (or currently, whoever is selling best at the Frieze art fair!).

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

E.Z. You were first trained to study works of art, to analyze them, to contextualize them. In what ways does this ability affects your work as an artist?

I think I perhaps put myself under pressure to try and make works which sit outside what has happened before. I say ‘pressure’ but I also really enjoy this challenge. I feel I have to know, at least, retrospectively that I am working in new territory even if I adopt stylistic appearances from other periods.

I think also it allows me to put myself outside of my work when I need to assess how the work is operating - to try to see it ‘innocently’ from the eye of the viewer and not make too many assumptions about prior knowledge.

And finally I think I can experience a massive pleasure in discovering depth in other people’s work - whether that was during aspects of my art historical studies or prior to that looking at a passage of Shakespeare or George Eliot at school. Finding (at times) beautifully complex flowing meaning and ambiguities in the world outside our own work is a wonderful challenge then to try to offer that same experience to others.

 

E.Z. You work covers a wide range of mediums and concepts; it is hard to be classified; it is also inextricably connected to words and texts.  What role does image and what language play in your work? Which is the most important for you?

Actually, I am really not happy with the thought of including words in my work! I think they look horrible when I first add them so it takes me a long time to grow fond of them! I really don’t like reading in galleries and I would prefer to not use spoken word in my videos. But unfortunately I sometimes need them in the work but I use them as sparingly as possible.  When I work in this very sparing way the words become embedded into the image. But I would never see text as being superior to image.

E.Z. The work ‘You‘ll see, this time it’ll be different’ is currently exhibited at the Benaki Museum; this is an in situ exhibition that you created from the specific museum for the specific museum as part of the programme Artists in Dialogue with the Benaki Museum. Tell us about the challenges you have faced during this project.

E.Z. What is the concept behind ‘You‘ll see, this time it’ll be different’?

[I have amalgamated these two questions]

I always like the idea of a cultural shift into both a more poetic state (of life), where bigger leaps of imagination can take place, but also that experimentation (playing rather than consuming) becoming a very ordinary part of everyday life, spread diversely and for everyone.  The existence of a crisis; which could be economic, political or environmental could help catalyse this change.
So with this project it was a question of using this context and pulling together the existing collection of the Benaki museum (an impossible task  given its size and my total lack of expertise), becoming an innocent curator,  an outsider, with no restrictions, operating with a wide constellation of  potential exhibition spaces across Greece. I set a series of imaginary exhibitions in a kind of golden decade between 2066-2076. The exhibition at the Benaki Museum is a retrospective of the advertising posters for these  shows, so is set even further in the future; perhaps in the 2090’s. The themes of the exhibitions don’t quite seem to make sense; eg: Unpopularity. Pleasure, Bread and  Power. The Joy of Turbulence. Grace and Horror. Technology and Systems of  Gentleness. Leisure, Race and Demons. Repetition, the Lonely Man. 

So again there is a suggestion of a shift into a more poetic less literal world often out of the city and into the landscape using spaces varying from the ‘old’ IKEA building in Thessaloniki to a very remote lighthouse Cape Tainaro, Peloponnese.
The images on the posters, objects and pictures from the Benaki collection also seem to be slightly at odds with the stated theme. All these references and relationships within the poster are intended to open up new space.
src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed(12).jpg

E.Z. The Benaki Museum’s purpose -among other- is ‘to preserve collective memories’ through its artifacts and archives from and for the Greek world. You are not Greek. How did you find your way through memories that were not yours?

 

I designed these posters as a naïve outsider, a foreigner, with little graphic design knowledge and no real knowledge of curating or museology. But this state of ignorance I find very useful to operate within, in order to find potential away from rules, conventions, conservatism, hierarchies and so on. I find it very exciting to ‘do the wrong thing’. Expertise can have a fantastic role but in order to dedicate the time and focus to become expert it is difficult to maintain a lateral engagement with the world and a wilder more poetic sense of possibility.
There is a also a small video work in the exhibition which is a kind of odd documentation about where these posters might have been retrieved from prior to their retrospective. It appears that they have been unearthed from ordinary domestic spaces, perhaps not in Greece, and apparently guarded by children. It is clear that the only posters in existence were saved, for the future, for whatever reason, by people valuing them – creating intimate and private connections -  from outside the normal formal institutions and official custodians of culture.

E.Z. Now that your work has been exposed to the public and you have people’s feedback, how do you feel about it? Does it ‘speak’ to the audience the way you intended it to speak?

Oh, unfortunately I never really have any idea how people are receiving my work. Artists rarely get feedback from the general public. But I have to trust it is working in a way I am happy with but that I can’t control. It will always be behaving in a way, which is unexpected. But always I have to let go of any expectations and move on to the next work.

Ε.Ζ. From looking at your work over the years it seems as though, although there are lots of recurring elements and a strongly consistent subject matter, that you are not concerned with producing an easily recognizable visual style, or repeated process?

Yes I am suspicious of a ‘house style”. Many artists experiment very interestingly in a kind of introspective state until one particular work ignites public interest and perhaps financial gain. From then on the artist often throws aside their previous experimental exploratory approach and makes repeated versions of the ‘successful’ work from then on with little evolution.

I am more interested in responding to particular ‘special’ situations I perceive in the world and then trying to create a dialogue with them. Developing a specific harmony with the absolute immediacy and particularity of a situation. The relationship is therefore something like this: you, the world, and I, Adam, creating something together in the present before we both have to move on. I find this much more exciting than the very defensive low-risk approach of artists using an approach, which is akin to imposing a recurring graffiti tag on the world;  “I was here!” What kind of contribution is that?!

I think it comes down to levels of engagement and openness and curiosity about the world. Artists, through the status attached to being “artists,” are immediately perceived as being lone visionary adventurers. I think this mythology can actually cause a very lazy, complacent and conservative attitude amongst artists. It is important (but strangely tiring!) to keep challenging this and try each time to begin in a fresh or raw state of mind ready to imbue art with its real potential.

 

Artists in a dialogue with the Benaki Museum

Adam Chodzko. You’ll see; this time it’ll be different

Organization: British Council & Benaki Museum

Duration

21/11/2013 - 19/01/2014

Pireos street Annexe

Adam Chodzko: http://www.adamchodzko.com

 

 

Απο την Ελένη Ζυμαράκη Τζώρτζη