Η Λίλλυ Σπαντιδάκη μιλά για το νέο της βιβλίο «Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλούζ»

Η Λίλλυ Σπαντιδάκη ετοιμάζεται να μας παρουσιάσει σε λίγες ημέρες , το νέο της βιβλίο. Μετά το -εξαιρετικό- Χωρίς Σκηνή, έρχεται το «Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλούζ» από τις εκδόσεις Πηγή.

Και επειδή όταν έχεις ταλαντούχες φίλες δε μπορείς να μην τις...ανακρίνεις, η Λίλλυ Σπαντιδάκη μίλησε στο Book City για το νέο της μυθιστόρημα, το οποίο είναι ήδη διαθέσιμο για προπαραγγελία (pigi.gr)

Πως προέκυψε ο τίτλος "Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλουζ»;

Τη σύντομη εκδοχή ή την extended θες; Η σύντομη είναι: πάνω στα νεύρα μου. Η extended [που εξηγεί και τα νεύρα] είναι ότι όταν έψαχνα τίτλο για το συγκεκριμένο μυθιστόρημα [που πίστεψέ με, τίτλος και περίληψη είναι ο φόβος και ο τρόμος μου] είχα σκαλώσει με έναν συγκεκριμένο άλλο τίτλο που ο άντρας μου και οι κοντινοί μου φίλοι μού λέγανε ότι μόνο εγώ θα χαίρομαι με αυτόν. Κι αφού δεν είμαι καθόλου καλός παίχτης όταν κολλήσει το μυαλό μου, άρχισα να ρίχνω διαόλους. Και πάνω στους διαόλους έγινε ένα κλικ. Και ιδού, ο τέλειος τίτλος που αν δεν είχα τσαντιστεί δε θα έβρισκα ποτέ. Να ‘ν’ καλά ο κουμπάρος Μιχάλης Κ. που επέμενε: «ΑΥΤΟ, ΑΥΤΟ, ΑΥΤΟ!»

Τι να περιμένουμε από το βιβλίο. Μίλησε μας γι αυτό.

Είναι ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην Νέα Ορλεάνη του 1963.Η Ζόλα, μια φιλόδοξη μαύρη τραγουδίστρια, κάνει την επιστροφή της στη ζωή του Μαρκ -ενός πλούσιου λευκού μπάτσελορ -με μοναδικό της σκοπό ένα πράγμα: την εκδίκηση. Κοίτα, είναι ένα μυθιστόρημα που με ταξίδεψε πολύ κατά την συγγραφή του. Άκουγα μουσική μετά μανίας, μουσική της εποχής, έμαθα πολλά για τον φυλετικό διαχωρισμό, έμαθα να φτιάχνω γκάμπο for the love of God, και είναι από τα αγαπημένα μου φαγητά πλέον. Ελπίζω το βιβλίο να μπορέσει να το περάσει αυτό και στους αναγνώστες: όλο αυτό το ταξίδι.

Γιατί  Νέα Ορλεάνη του 1963;

Γιατί πού αλλού θα μπορούσε μια μαύρη πρωταγωνίστρια, τραγουδίστρια στο επάγγελμα να τοποθετηθεί; Τα blues για μένα είναι το άλφα και το ωμέγα της πόλης, της Νέας Ορλεάνης και συγκεκριμένα της δεκαετίας του ’60. Δε θα μπορούσε να είναι πουθενά αλλού. Ειδικά όταν ε, έχει και μια κλίση η Ζόλα προς τα βουντού.

Θυμάσαι έντονα κάποιο περιστατικό κατά τη διάρκεια της συγγραφής του;

Αμ δε θυμάμαι; Που ήταν πάνω στο πικ της φάσης μου στην μελέτη των βουντού κι είχα τον συμπονετικό και γλυκύτατο σύντροφό μου να βλέπει μετά μανίας “The Walking Dead”; Και ωραία όλα αυτά. Που απέναντι έμενε μια κυριούλα -άνοια είχε η γυναίκα- που κάθε βράδυ στις τέσσερις μοιρολογούσε και κάθε πρωί στις εφτά; Κοινώς ύπνος μηδέν. Μου ψιθύριζες «καλημέρα» στο δρόμο και πήδαγα πάνω στα δέντρα σα γάτα.

Πως εμπνεύστηκες την ιστορία;

Φταίνε πολλά γι’ αυτή την ιστορία. Λίγο η γιαγιά μου που ήθελα να την αποθανατίσω στο χαρτί, αλλά βγήκε άλλ’ αντ’ άλλων. Λίγο μια παλιά ιστορία. Λίγο που μου αρέσει τόσο πολύ αυτή η μουσική και ψάχνω κάθε φορά το επόμενο μπαρ για να πάω να την ακούσω. Λίγο η αγάπη μου για την Νέα Ορλεάνη. Όλα μαζί. Έπειτα ήθελα να γράψω για το πώς η εκδίκηση μπορεί να κυριεύσει όλη σου τη ζωή. Ψέματα: απλώς ήθελα να έχω δικαιολογία για να μάθω να φτιάχνω γκάμπο. :Ρ

Ποιο τραγούδι "ντύνει" το βιβλίο;

Κοίτα, θα είμαι ειλικρινής. Το βιβλίο αποτελείται από μια τεράστια playlist. Τους τίτλους κεφαλαίων έχουν αντικαταστήσει οι τίτλοι τραγουδιών -θα το δεις στα περιεχόμενα. Οπότε κάθε κεφάλαιο «ντύνεται» από το δικό του τραγούδι. Αν παρ’ ολ’ αυτά μου ζητήσεις να ξεχωρίσω ένα και μόνο τραγούδι από αυτά που παίζουν εκεί μέσα, θα με πιάσει αρχικά πανικός. Αφού πάρω πεντέξι βαθιές ανάσες, όμως, θα κλείσω τα μάτια και θα σου πω: The Sound of Silence – Simon & Garfunkel. Που ΑΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΠΛΟΥΖ, πολλοί προσωπικοί λόγοι το κάνουν να ξεχωρίζει.

Αγαπημένο βιβλίο και ήρωας;

Βιβλίο: His Dark Materials – Philip Pullman

Ήρωας: Πειράζει που ο ήρωας δεν είναι από το βιβλίο; Τι να πειράξει θα μου πεις. Ωραία! Φυσικά, ο Χουκ.

Τι χρειάζεται συνήθως για να κάτσεις να γράψεις;

Ησυχία, coca cola, Pandora και η Χαρούκι στα πόδια μου.

Αν το βιβλίο σου ήταν χρώμα, ποιο θα ήταν;

Μαύρο με λίιιιιγο χρυσό μέσα ;)

 

Μίλησε στην Τατιάνα Τζινιώλη