Αποκλειστικό: Το πρώτο κεφάλαιο του νέου βιβλίου της Κωνσταντίνας Κοράκη «Σαφένια»

Αποκλειστικό: Το πρώτο κεφάλαιο του νέου βιβλίου της Κωνσταντίνας Κοράκη «Σαφένια»

Τις επόμενες ημέρες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λυκόφως το δεύτερο μυθιστόρημα της Κωνσταντίνας Κοράκη, με τίτλο «Σαφένια».

Το Bookcity σας παρουσιάζει το πρώτο και ένα μέρος του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου, καθώς επίσης το εξώφυλλο.

Από τις εκδόσεις Λυκόφως κυκλοφορεί και το πρώτο μυθιστόρημα της Κωνσταντίνας Κοράκη, με τίτλο «Ανταριασμένη».

Απόσπασμα από το βιβλίο

 

    1. Οι σκέψεις. Το παρελθόν

       

    Προσπαθούσε με το βλέμμα της να διαπεράσει τον ορίζοντα. Ήθελε να διακρίνει τι υπήρχε πιο πέρα. Έτσι περνούσε πολλές από τις ώρες της πάνω στο πλοίο.

    «Τι σκέφτεσαι, Σαφένια;» ρώτησε ένα γλαροπούλι με δυνατή φωνή σαν να ήθελε να την επαναφέρει στην πραγματικότητα.

    «Τίποτα, τίποτα απολύτως» απάντησε δήθεν αδιάφορη κοιτάζοντας λοξά.

    «Και όμως... Να σου πω πώς μοιάζεις; Σαν να θέλεις να σκίσεις τον ορίζοντα με το βλέμμα σου!»

    Φύσηξε αεράκι και, στη συνέχεια, ένα σφύριγμα κάλυψε τα λόγια του γλάρου που μιλούσε προς ένα φανταστικό κοινό:

    «Το βλέμμα της Σαφένιας θέλει να κατορθώσει το ακατόρθωτο. Ακούτε, όλοι εσείς, γύρω μου; Εσείς, οι αθέατοι;»

    «Εμείς που δεν φαινόμαστε, αλλά είμαστε πάντα εδώ, παρακολουθούμε με αμείωτο ενδιαφέρον».

    Ο γλάρος φάνηκε να μην πείθεται.

    «Τότε γιατί δεν εμφανίζεστε; Γιατί δεν λέτε–»

    «Ποιος σου είπε, γλάρε, ότι οι αισθήσεις σου είναι αρκετές για να αντιληφθείς τα πάντα;»

    Ο γλάρος τα έχασε. Πέταξε μακριά με μεγάλη ταχύτητα. Σε λίγο φαινόταν απλώς ένα μικρό σημαδάκι στην άκρη του ουρανού. Γύρω επικρατούσε απόλυτη ησυχία.

    Όντως δεν έπεφτε και πολύ έξω το γλαροπούλι. Η Σαφένια απέφευγε να φανερώνει τις σκέψεις της στους άλλους, αφού όποτε τη ρωτούσαν, άλλαζε κουβέντα ενστικτωδώς. Είχε αποφασίσει από μικρή ότι οι σκέψεις της ανήκαν μόνο στην ίδια και ότι δεν είχε νόημα να τις μοιράζεται. Αν τις φανέρωνε, θα προκαλούσε αναστάτωση, ίσως και στεναχώρια, όπως τότε.

     (…) 

    2.

    (…)

    Εντωμεταξύ η Σαφένια είχε επιστρέψει στην καμπίνα της. Κοιτούσε γύρω της ανήσυχη, έπρεπε να βρει κάτι να ξεχαστεί. Τότε πρόσεξε ένα βιβλίο πάνω στο κομοδίνο της. Τελευταία το είχε παραμελήσει, ευκαιρία να το συνέχιζε. Ξεκίνησε να διαβάζει, αλλά κάτι την ενοχλούσε. Η πρόταση «Μερικά θραύσματα έχουν ιδιαίτερη σημασία» είχε αντιρρήσεις, φαίνεται ότι δεν ήθελε να τη διαβάσουν. Όσο και να προσπαθούσε η Σαφένια δυσκολευόταν να προχωρήσει, αφού τα γράμματα είχαν αποκτήσει ζωή και σηκώνονταν από το χαρτί σχηματίζοντας μπροστά στα μάτια της ακατανόητες λέξεις και φράσεις: «ασημασία, κράκ-άσματα, αδιάφορη σημασία».

    «Όχι» ψιθύρισε και έκανε να τα πιάσει, να τα βάλει στη θέση τους.

    «Όχι» αποκριθήκαν και εκείνα συνεχίζοντας να χορεύουν.

    «Πότε;» ρώτησε διστακτικά.

    «Σύντομα» της απάντησαν.

    «Θα είναι το τέλος;»

    Η φωνή της έτρεμε.

    «Η αρχή».

    Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα –τόσο συνεπαρμένη από το θέαμα που είχε ξεχάσει τον φόβο της. Ούτε καν κατάλαβε ότι πλέον δεν ακουμπούσε στο έδαφος.

    Είχε γυρίσει πάλι στο ίδιο μέρος, τώρα όμως μαζί με το σώμα της. Ταξίδευε άθελά της ή έτσι νόμιζε; Στεκόταν χαμένη, δίχως να τολμάει να κάνει έστω ένα βήμα. Γύρω της μικρά πλάσματα ντυμένα με κουρέλια έσπρωχναν καροτσάκια με σοβαρό ύφος, σαν να εκτελούσαν μια σπουδαία εργασία. Το να σπρώχνεις καρότσια μέσα στα έγκατα της γης ανάμεσα σε λαγούμια που έρεε ένα ζεστό παχύρρευστο υγρό, ήταν για τα πλασματάκια σπουδαίο.

     

    «Είμαστε δίπλα σου, είμαστε μακριά σου.

    Η ζωή μας κρέμεται από την προσπάθειά σου.

    Δεν μας τρομάζει, ούτε μας συνετίζει,

    Σύντομα, μετά από πολύ καιρό,

    και εσύ εδώ θα καταλήξεις».

     

    Αφού ολοκλήρωσαν το τραγουδάκι τους, γέλασαν πονηρά το ένα στο άλλο συνεχίζοντας να σπρώχνουν τα καρότσια. Το ένα πλασματάκι, ο Λάβαρης, κοντό μεν αλλά γεροδεμένο με δυνατά μπράτσα, φορούσε μαλακές μπότες με πέτσινα κορδόνια σφιγμένα γερά γύρω από τη γάμπα του. Αν και κάτασπρες, οι μπότες του φαίνονταν πεντακάθαρες. Η γενειάδα του έφτανε έως το έδαφος και του προσέδιδε κύρος. Είχε, επίσης, μια κοτσίδα ψηλά στο κεφάλι του πιασμένη με τρία λαστιχάκια σε περίπου ίσες αποστάσεις το ένα από το άλλο.

    Ο αρχηγός τους το δίχως άλλο, αφού έδινε τον ρυθμό καθοδηγώντας τους υπόλοιπους. Έσπρωχνε και ο ίδιος τα καρότσια, από όπου ξεχείλιζαν διάφορα αχνιστά υλικά που μεταβάλλονταν και στη συνέχεια πετάγονταν στον αέρα σχηματίζοντας μορφές. Ένας αχνός ξεστράτισε προς το μέρος της αγγίζοντας το δέρμα της σαγηνευτικά. Ένιωσε το σώμα της να απελευθερώνεται. Πλησίασε ένα καροτσάκι για να διαπιστώσει έκπληκτη ότι το υγρό στο εσωτερικό του σχημάτισε μια χρυσαφένια νεράιδα με χρυσοχάλκινο χρώμα και μάτια με όλο το μπλε του κόσμου τους. Τα μαλλιά της δημιουργούσαν φλόγες, ενώ το υλικό του χυτού φορέματός της έμοιαζε με υγρό χρυσάφι· απλωνόταν γύρω της σαν να φυσούσε ένα ελαφρύ αεράκι.

    «Καλώς τη Σαφένια μας» αναφώνησε χαρωπά το νεραϊδάκι και το προσωπάκι του άστραψε ακόμα περισσότερο. Χρυσαφένιες σπίθες πετάχτηκαν ολόγυρά της.

    «Γεια σου! Μα πώς με ξέρεις; Πρώτη φορά συναντάω φλεγόμενη νεράιδα. Αν είσαι νεράιδα, βέβαια. Γιατί, αν κατάλαβα καλά, μόλις τώρα δημιουργήθηκες απ’ το υλικό στο καροτσάκι, έτσι δεν είναι;»

    Η Σαφένια έδειχνε απορημένη, αλλά ταυτοχρόνως διασκέδαζε‧ το νεραϊδάκι φαινόταν συμπαθέστατο.

    «Αλήθεια, Σαφένια, είναι άραγε έτσι όπως τα λες; Μην ξεχνάς ότι αυτό που για σένα φαντάζει ως λίγα λεπτά, μπορεί να αποτελεί τη μισή μου ζωή. Ποιος μπορεί να κατανοήσει τον χρόνο, μια έννοια ασύλληπτη ακόμα και για το πιο γερό μυαλό;»

    Το νεραϊδάκι κρυφογέλασε σαν να είπε κάποιο πονηρό αστείο. Έκρυψε για λίγο το μουτράκι του με το χέρι του σαν να ντρεπόταν.

    Παράξενο, σκέφτηκε η Σαφένια. Μα να ακούσει μια τόσο σοφή κουβέντα από ένα στιγμιαίο φλογερό νεραϊδάκι!

    Μια φλόγα πετάχτηκε άξαφνα, μια φλόγα τόσο μεγάλη, όσο τα έγκατα της γης με τρομερό μέγεθος. Θα περίμενε κανείς ότι στο πέρασμά της θα έκαιγε τα πάντα και δεν θα έμενε τίποτα ανέπαφο.

     

    «Η φλόγα βγήκε μέσα από τα έγκατα,

    θριαμβευτικά μας άγγιξε.

    Είναι ένα από τα στοιχεία...»

     

    Ένας γδούπος ακούστηκε. Η Σαφένια προσγειώθηκε με ορμή στο πάτωμα της καμπίνας. Σηκώθηκε με κόπο βαστώντας την πλάτη της καρέκλας ενώ το βλέμμα της έπεσε πάνω στον καθρέφτη.

    Πώς είμαι έτσι, σκέφτηκε, δείχνω πολύ ταλαιπωρημένη.

    Σήκωσε το χέρι της ασυναίσθητα προς το αριστερό της μάγουλο. Το δέρμα της είχε αγριέψει. Στη συνέχεια γλίστρησε προς τη βάση του λαιμού.

    Μεγαλώνω.

    Στράφηκε στο τραπέζι και πήρε το βιβλίο στα χέρια της. Τα γράμματα είχαν επανέλθει στη θέση τους. Περίμενε μήπως άρχιζαν πάλι να χορεύουν, αλλά τίποτα. Το έκλεισε απότομα –δεν ήθελε να δει τίποτα άλλο από το εσωτερικό του–, ωστόσο το έσφιξε πάνω στο στήθος της με μια απότομη κίνηση. Όποιος γνώριζε τη Σαφένια θ’ αλαφιαζόταν. Το σώμα της πήρε μια σκυφτή στάση, σε θέση άμυνας, ενώ το βλέμμα της σάρωνε τα πάντα γύρω της καχύποπτα. Είχε πάρει την απόφασή της, δίχως να μιλήσει με κανέναν, ούτε με τους συντρόφους της, τους Κλειδοποιούς, αλλά ούτε και με τον Ροράνιο. Κυρίως μ’ εκείνον δεν χρειαζόταν να πει κουβέντα. Έπρεπε να φύγει το γρηγορότερο.

    Γλίστρησε στο κατάστρωμα αθόρυβα. Συνάντησε έναν μούτσο να περπατάει πάνω κάτω αγναντεύοντας τη θάλασσα. Αυτό της έλειπε τώρα, ένας ευσυνείδητος μούτσος.

    «Μπορείς να πας για κανελόχρυσο» τον πρόσταξε ήρεμα. «Ή για ύπνο αν προτιμάς. Θα πάρω τη θέση σου».

    «Θα προτιμήσω το κανελόχρυσο, Σαφένια. Σ’ ευχαριστώ. Όμως θα μείνεις μόνη σου εδώ;»

    «Περιμένω τον Ροράνιο».

    Ο ναύτης ένευσε και έφυγε με γοργό βήμα. Η Σαφένια κατευθύνθηκε σε μία από τις βάρκες που χρησιμοποιούσαν για να ξεμπαρκάρουν στη στεριά. Ήταν όλες τους μικρές και εύχρηστες, χωρίς κάτι ιδιαίτερο, εκτός από μία. Η συγκεκριμένη διέφερε, αφού τη μαστόρευε τα βράδια όταν όλοι κοιμούνταν. Για την ακρίβεια δεν τη μαστόρευε απλώς, αλλά την τροποποιούσε. Ίσως και να τη μεταμόρφωσε ολοκληρωτικά, αφού στο τέλος δημιούργησε μια κάψουλα πολλαπλών μορφών και χρήσεων χωρητικότητας τεσσάρων ατόμων, που αποκτούσε τη μορφή της με το πάτημα μερικών κρυφών κουμπιών.

    Έριξε μια ματιά γύρω της και στη συνέχεια τοποθέτησε τα δάχτυλά της στο δεξί κοίλωμα στο πίσω μέρος της. Πάτησε τα κουμπιά σε έναν συνδυασμό που ήταν αδύνατον να ανακαλύψει κάποιος, και μέσα σε δύο λεπτά η βάρκα μετατράπηκε σε μια μεταλλική κάψουλα με σκούρο πράσινο χρώμα και χρυσές σκαλιστές λεπτομέρειες να την πλαισιώνουν. Στο μπροστινό μέρος δέσποζε ο θόλος της, μ’ ένα αχνό γαλαζωπό χρώμα. Αν πατούσες έναν δεύτερο συνδυασμό κουμπιών, η κάψουλα αποκτούσε μικρά λευκά μεταλλικά φτερά για να διασχίζει τον αέρα.

    Στάθηκε για να την καμαρώσει. Για λίγο αναρωτήθηκε τι κατασκεύαζε καλύτερα, κλειδιά ή οχήματα; Σκοτείνιασε, είχε τις αμφιβολίες της αν τα κατάφερνε εξίσου καλά με τα κλειδιά. Συχνά αναρωτιόταν μάλιστα μήπως τα είχε κάνει θάλασσα. Ίσως οι Κλειδοποιοί να της έδειξαν υπερβολική εμπιστοσύνη και όλη η εμμονή τους για το πόσο ξεχωριστή ήταν να της είχε κάνει κακό. Μπορεί κάποιος άλλος από τη φυλή της να είχε περισσότερες ηγετικές ικανότητες από την ίδια. Ώρες ώρες το ευχόταν.