Book review: Η θεραπεία - Sebastian Fitzek

Book review: Η θεραπεία - Sebastian Fitzek

Παρ’ όλο που έχουμε διαβάσει και άλλα βιβλία του ως τώρα, η «Θεραπεία» αποτελεί το λογοτεχνικό ντεμπούτο του Sebastian Fitzek· και οπωσδήποτε πρόκειται για ένα άκρως εντυπωσιακό ντεμπούτο.

Όλα ξεκινούν με την εξαφάνιση ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού, της Γιόζι. Η μικρή πάσχει από μια παράξενη ασθένεια και εξαφανίζεται μυστηριωδώς μέσα από το ιατρείο του γιατρού που την έχει αναλάβει. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο πατέρας της, διάσημος ψυχίατρος Βίκτορ Λάρεντς, έχει απομονωθεί σε ένα μικρό νησί στη Βόρεια Θάλασσα. Έχει πλέον εγκαταλείψει το επάγγελμά του, τον εαυτό του, τον γάμο του και προσπαθεί ακόμα να διαχειριστεί την απώλεια της κόρης του.

Η ζωή του θα αλλάξει όταν δεχτεί την παράξενη επίσκεψη μιας άγνωστής του γυναίκας, της Άννα Σπίγκελ. Εκείνη συστήνεται ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων και ισχυρίζεται πως πάσχει από σχιζοφρένεια. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οι χαρακτήρες των βιβλίων της ζωντανεύουν ξαφνικά και εισβάλλουν στη ζωή της. Και ο τελευταίος ήταν ένα μικρό κορίτσι που έπασχε από μια παράξενη ασθένεια και εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει πίσω της το παραμικρό ίχνος.

Αυτό θα ξυπνήσει το ιατρικό, αλλά κυρίως το πατρικό ένστικτο του Βίκτορ, που θα αρχίσει να σκέφτεται πως ίσως αυτό το μικρό κορίτσι είναι η κόρη του. Έτσι, θα δεχτεί να αναλάβει τη θεραπεία της Άννα, έχοντας την ελπίδα πως θα ανακαλύψει την αλήθεια για την εξαφάνιση της Γιόζι. Αυτό που δεν γνωρίζει, όμως, είναι πως θα μπλεχτεί σε έναν κυκεώνα ψυχολογικών μεταπτώσεων και παρανοϊκού τρόμου. Ποια είναι τελικά αυτή η παράξενη γυναίκα και τι ζητάει από τον Βίκτορ; Η τελική αποκάλυψη θα φέρει στο φως ένα τραυματικό παρελθόν, το οποίο θα οδηγήσει σε ένα βασανιστικά αβέβαιο μέλλον για τους ήρωες της ιστορίας.

Ήδη από τον πρόλογο του βιβλίου ο συγγραφέας αρχίζει να παίζει με τον αναγνώστη, οδηγώντας τον κλιμακωτά στους δαιδαλώδεις διαδρόμους των μυαλών των ηρώων του, αλλά και της αφήγησης. Αν και πολλά από τα γεγονότα που έχουν συμβεί είναι ήδη γνωστά, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Η πλοκή μοιάζει με μια ψευδαίσθηση, όπου κάθε καινούρια εξέλιξη έρχεται να ανατρέψει την προηγούμενη και να καταρρίψει όσα ως τότε θεωρούνταν δεδομένα.

Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι πολυπρόσωπο. Οι ελάχιστοι ήρωες που εμπλέκονται στην ιστορία έχουν ο καθένας τον ρόλο του, σαν καλοστημένα πιόνια σε μια παρτίδα σκακιού. Τα ψυχογραφήματά τους είναι καλοκαμωμένα, ειδικά εκείνα του γιατρού Βίκτορ και της ασθενούς του, Άννα. Οι χαρακτήρες τους αναπτύσσονται καθ’ όλη τη διάρκεια της πλοκής, περνούν απ’ όλα τα στάδια που μπορεί να περάσει ένας ανθρώπινος νους, ώσπου να καταλήξουν στο δραματικό κρεσέντο της τελικής κορύφωσης, όπου και θα δοκιμαστούν τα όρια και οι αντοχές τους. Κάθε συνάντησή τους κρύβει εκπλήξεις, ελλοχεύει κινδύνους και εντάσεις που υποβόσκουν σιωπηλά κάτω από την επιφάνεια, περιμένοντας τη στιγμή της τελικής έκρηξης. Ο αναγνώστης ανυπομονεί για κάθε νέα συνάντηση των δύο – όχι μόνο γιατί η ανάγνωση ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί στα συγκεκριμένα σημεία, αλλά και γιατί δεν είναι σίγουρος τι μπορεί αυτή να κρύβει.

Οπωσδήποτε, ο χαρακτήρας του Βίκτορ Λάρεντς είναι εκείνος που ξεχωρίζει. Ένας ήρωας απόλυτα δραματικός, μιας και βιώνει τον μεγαλύτερο πόνο που μπορεί να νιώσει ένας γονιός: να χάσει το παιδί του. Και, το χειρότερο, να ξέρει πως ο ίδιος είναι κατά κάποιον τρόπο υπεύθυνος γι’ αυτό. Δεν είναι μυστικό για τον αναγνώστη το πού κατέληξε τελικά ο Βίκτορ· από την αρχή σχεδόν του βιβλίου είναι γνωστή η κατάστασή του. Η ίντριγκα και το ενδιαφέρον εστιάζεται στο πώς ακριβώς έφτασαν τα πράγματα στο σήμερα, τι μεσολάβησε στο μεταξύ. Και ο συγγραφέας κατορθώνει να διατηρεί το ενδιαφέρον αμείωτο καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού του «ταξιδιού»· κάτι που δεν είναι πάντοτε εφικτό, όταν ξέρεις ήδη την κατάληξη. Εδώ όμως φαίνεται η μαεστρία του Fitzek, ο έξοχος τρόπος του να διατηρεί το σασπένς σε υψηλά επίπεδα και να δημιουργεί καταστάσεις που σε αφήνουν με κομμένη την ανάσα.

Η αφήγηση είναι ενδεικτική ενός καλού, ‘καθαρόαιμου’ ψυχολογικού θρίλερ: κοφτή, αγχωτική, μυστηριώδης όπου πρέπει, αποπροσανατολιστική όπου χρειάζεται, γεμάτη ένταση στο μεγαλύτερο μέρος της. Τα μικρά σε έκταση κεφάλαια ενισχύουν τον γρήγορο ρυθμό της, αποκλείοντας κάθε πλατειασμό που θα επέφερε κούραση ή σύγχυση. Το απομονωμένο νησί της Βόρειας Θάλασσας αποτελεί το ιδανικό σκηνικό – η απομόνωση, άλλωστε, αποτελεί κύριο και καίριο συστατικό σε πολλά βιβλία του εν λόγω λογοτεχνικού είδους, μιας που εντείνει την αίσθηση της κλειστοφοβίας, του τρόμου, της αγωνίας, της απελπισίας. Ο ήρωας νιώθει ανήμπορος, μην μπορώντας να ξεφύγει ούτε από τα παιχνίδια του μυαλού του, ούτε από την υποτιθέμενη(;) διώκτριά του, ούτε καν από τον συγκεκριμένο τόπο όπου βρίσκεται. Έναν τόπο που έμοιαζε με το ιδανικό καταφύγιο για εκείνον, και που τώρα μετατρέπεται σε ένα απειλητικό και -ίσως- επικίνδυνο μέρος.

Πολλοί αναγνώστες θα ισχυριστούν πως είχαν μαντέψει το τέλος του βιβλίου πολύ πριν φτάσουν σ’ αυτό. Μπορεί· όμως ελάχιστοι μπορούν να ισχυριστούν το ίδιο για την τελευταία και μεγαλύτερη ανατροπή που επιφυλάσσει η δαιμόνια πένα του Fitzek στους αναγνώστες του. Ίσως είναι ένα «δώρο» ως επιβράβευση της επιμονής τους να φτάσουν μέχρι εκεί· ίσως ένα τελευταίο κλείσιμο του ματιού σε εκείνους που θεώρησαν πως είχαν βρει το τέλος και δεν τους περίμενε καμία άλλη έκπληξη· ίσως ένα παιχνιδιάρικο «μπόνους»… Εκείνος ξέρει καλύτερα. Το μόνο βέβαιο είναι πως, φτάνοντας στην τελευταία σελίδα, στην τελευταία πρόταση, ο αναγνώστης νιώθει δικαίωση, συγκίνηση, αποφόρτιση μετά από τόση ένταση – και κυρίως πως διάβασε ένα αξιόλογο βιβλίο, που άξιζε τον χρόνο και την προσοχή του.

 

 

Χρύσα Βασιλείου