Book review: Οι φόνοι της κίσσας - Anthony Horowitz

Book review: Οι φόνοι της κίσσας - Anthony Horowitz

Το να γράψει κανείς ένα “βιβλίο μέσα σε βιβλίο” μπορεί να μην ακούγεται τόσο δύσκολο, αλλά στην πραγματικότητα χρειάζεται ταλέντο, έξυπνο τρόπο σκέψης, δημιουργικότητα και πολλή φαντασία.

«Οι φόνοι της κίσσας» του Anthony Horowitz είναι ένα λαμπρό παράδειγμα τέτοιου βιβλίου και ένα από τα εξυπνότερα αστυνομικά που έχω διαβάσει εδώ και πολύ, πολύ καιρό.

Όλα ξεκινούν όταν η Σούζαν Ράιλαντ, υπεύθυνη έκδοσης σ’ έναν εκδοτικό οίκο, ξεκινά να διαβάζει το χειρόγραφο του τελευταίου αστυνομικού μυθιστορήματος του πιο διάσημου συγγραφέα τους. Ο εκδοτικός στηρίζεται πολύ σ’ αυτό, μιας και ευελπιστούν πως η κυκλοφορία του θα ενισχύσει τις πωλήσεις. Φτάνοντας όμως στα τελευταία κεφάλαια, η Σούζαν έκπληκτη ανακαλύπτει πως λείπει ο επίλογος, όπου αποκαλύπτεται η ταυτότητα του δολοφόνου.

Πιστεύοντας πως πρόκειται για ένα απλό λάθος εκ μέρους του συγγραφέα, περιμένει πως σύντομα το κεφάλαιο αυτό θα φτάσει στα χέρια της. Όμως ο Άλαν Κόνγουεϊ βρίσκεται νεκρός και όλα δείχνουν πως αυτοκτόνησε, μιας κι ήταν σοβαρά άρρωστος. Ένα σημείωμα αυτοκτονίας ενισχύει αυτό το σενάριο. Η αλήθεια είναι πως, λόγω του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα του, δεν θα λείψει σε πολλούς. Όμως οι χαμένες σελίδες πρέπει να βρεθούν το συντομότερο, διαφορετικά η δουλειά της Σούζαν και ολόκληρος ο εκδοτικός κινδυνεύουν.

Έτσι, μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια που η Σούζαν ασχολούταν με επιμέλειες αστυνομικών μυθιστορημάτων, ήρθε τώρα η ώρα να βρεθεί στη θέση της ντετέκτιβ. Ξεκινώντας την αναζήτηση των χαμένων σελίδων, ανακαλύπτει πως ο πανούργος συγγραφέας είχε χρησιμοποιήσει πολλά στοιχεία από την προσωπική του ζωή και εμπειρίες μέσα στο κείμενό του. Και αρχίζει να πιστεύει πως ίσως ο θάνατός του δεν ήταν αυτοκτονία, αλλά φόνος. Και πως ίσως στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, εκτός από την ταυτότητα του λογοτεχνικού δολοφόνου, υπήρχαν στοιχεία και για τον δολοφόνο του ίδιου του Άλαν. Η Σούζαν καλείται να λύσει το διπλό, παράλληλο μυστήριο των δύο φόνων -στο βιβλίο κι έξω από αυτό- χωρίς να φαντάζεται πως αυτή η αναζήτησή της μπορεί να τη μπλέξει σε περιπέτειες – και ίσως σε έναν θανάσιμο κίνδυνο…

Η ιδέα του Horowitz για το συγκεκριμένο βιβλίο αποδεικνύεται λαμπρή: οι δύο ιστορίες -η μία μέσα στην άλλη- είναι το ίδιο εμπνευσμένες και δυνατές, αλλά και γεμάτες γοητευτικές αντιθέσεις. Η μία είναι τοποθετημένη στη σύγχρονη εποχή και εκτυλίσσεται στο Λονδίνο, η άλλη στο 1955 στην εξοχή του Σάφολκ. Η μία έχει τη γρήγορη ατμόσφαιρα της πόλης και της καθημερινότητας που τρέχει με φρενήρεις ρυθμούς, η άλλη την ήρεμη αύρα της εξοχής, με τους κατοίκους ενός μικρού χωριού να μπλέκονται ο ένας στις ζωές και τις υποθέσεις του άλλου και τα μαγευτικά τοπία της υπαίθρου να δίνουν τον δικό τους ξεχωριστό τόνο. Η Σούζαν Ράιλαντ είναι μία ερασιτέχνης ντετέκτιβ, ο Άττικους Πυντ ένας επαγγελματίας, ο διασημότερος στη χώρα σε ό,τι αφορά την εξιχνίαση εγκλημάτων. Η πρώτη ιστορία είναι μια εξαιρετική αστυνομική υπόθεση ιδωμένη με σύγχρονη ματιά, η δεύτερη ένας ύμνος στη δουλειά της Αγκάθα Κρίστι, με το ύφος των δικών της βιβλίων να χρωματίζει με ιδιαίτερες αποχρώσεις τη δουλειά του δολοφονημένου συγγραφέα Άλαν Κόνγουεϊ.

Ένα εξίσου εντυπωσιακό στοιχείο του βιβλίου -κι ένα ακόμα δείγμα ταλέντου του συγγραφέα- είναι το πόσο καλά δομημένοι, πλασμένοι και ολοκληρωμένοι είναι όλοι οι χαρακτήρες. Τόσο στον κόσμο της Σούζαν, όσο και στον κόσμο του Άττικους. Όλοι τους ενδιαφέροντες, πέρα για πέρα ανθρώπινοι, ιντριγκαδόρικοι με τον τρόπο τους. Ο αναγνώστης θέλει να μάθει για τις ζωές όλων τους. Ακόμα και οι «χάρτινοι» ήρωες του βιβλίου του Κόνγουεϊ τον εντυπωσιάζουν και του προκαλούν περιέργεια. Δεν ενδιαφέρεται μονάχα η Σούζαν να εξιχνιάσει το λογοτεχνικό έγκλημα· ο καθένας από εμάς που διαβάζουμε τους «Φόνους της κίσσας» κυριολεκτικά… λυσσάμε να λύσουμε και τα δύο εγκλήματα! Το βιβλίο του Άλαν Κόνγουεϊ (με τίτλο «Άγριες κίσσες» – ακόμα ένα έξυπνο εύρημα του Horowitz) θα μπορούσε άνετα να είναι ένα ολοκληρωμένο, ξεχωριστό μυθιστόρημα από μόνο του. Και μάλιστα να έχει την ίδια επιτυχία, γιατί είναι καμωμένο από το υλικό που κάνει ένα μυθιστόρημα επιτυχημένο. Ακόμα κι όταν απλά έχει γραφεί για να εξυπηρετήσει την πλοκή ενός άλλου βιβλίου! Κάπως μπερδεμένο, ίσως, αλλά πέρα για πέρα ευφυές!

Σε γενικές γραμμές, το βιβλίο αυτό θα ενθουσιάσει οπωσδήποτε άπαντες τους βιβλιόφιλους. Σε εισάγει με όλους τους τρόπους και κάθε επισημότητα τόσο στον κόσμο ενός συγγραφέα, όσο και σ’ αυτόν ενός εκδοτικού οίκου. Παρουσιάζει και την άλλη όψη, πίσω από τα λαμπερά φώτα και τη δημοσιότητα· τις σκοτεινές μέρες και τις ανασφάλειες ενός δημιουργού, αλλά και τα προβλήματα που προκύπτουν μέχρι να φτάσει το έργο του στα αναγνωστικά χέρια και το άγχος των εκδοτικών για την επιτυχία του ή μη. Οι Έλληνες αναγνώστες, δε, έχουμε έναν λόγο επιπλέον για να το αγαπήσουμε: ο σύντροφος της Σούζαν είναι Έλληνας και στο βιβλίο γίνονται πολλές αναφορές στην Ελλάδα (συγκεκριμένα στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης, τον τόπο καταγωγής του Αντρέα) και σε ορισμένες ιδιαιτερότητες των Ελλήνων, αλλά και στις ομορφιές της χώρας μας.

Το βιβλίο ξεκινάει με τα παρακάτω λόγια της Σούζαν: «Ένα μπουκάλι κρασί. Μια οικογενειακή συσκευασία τορτίγια τσιπς με γεύση τυρί της Nacho κι ένα βάζο με καυτερό ντιπ. Δίπλα ακριβώς, ένα πακέτο τσιγάρα (ξέρω, ξέρω). Η βροχή να σφυροκοπάει τα παράθυρα. Κι ένα βιβλίο. Τι θα μπορούσε να είναι καλύτερο;» Πιστέψτε με, αν το βιβλίο είναι το «Οι φόνοι της κίσσας» ή κάποιο άλλο, εξίσου καλογραμμένο και συναρπαστικό όπως αυτό, όχι, δεν νομίζω πως μπορεί να υπάρξει κάτι καλύτερο!


Χρύσα Βασιλείου