Ex_pose: ΑΣΚΤ, Μεταπτυχιακό πρόγραμμα Εικαστικών Τεχνών

Από τις 8 μέχρι και τις 12 Ιουλίου θα διαρκέσει η έκθεση των αποφοίτων του 10ου κύκλου του Μεταπτυχιακού Εικαστικών Τεχνών της ΑΣΚΤ.

Στην αίθουσα Νίκος Κεσσανλής της σχολής οι εννέα τελειόφοιτοι παρουσιάζουν το έργο τους, εικαστικό και θεωρητικό, έργο που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στο συγκεκριμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Πρόκειται για τη δημιουργική κατάληξη μιας διετούς πορείας μάθησης, διαλόγου και συζητήσεων, προβληματισμού και πειραματισμού μιας ομάδας νέων εικαστικών με όρεξη για δουλειά και με όραμα καθώς και των καθηγητών τους, που στάθηκαν πλάι τους σε τούτη τη διαδρομή.

Εννιά εικαστικά έργα και μία επιμελητική πρόταση – που υλοποιείται μέσω της ίδιας της έκθεσης – δίνουν το στίγμα αφενός της σύγρονης εικαστικής δημιουργίας της νέας γενιάς καλλιτεχνών και αφετέρου της υψηλού επιπέδου και απαιτήσεων παρεχόμενης εκπαίδευσης στα πλαίσια του συγκεκριμένου μεταπτυχιακού προγράμματος.

Ο Μάριος Σπηλιόπουλος, ένα από τα ιδρυτικά μέλη του προγράμματος και μέλος της επιτροπής αυτού, συζητάει μαζί μας για το ΜΕΤ αλλά και γενικότερα για τη σύγρονη ελληνική εικαστική σκηνή. Στη συζήτηση συμμετέχει η επιμελήτρια της έκθεσης των αποφοίτων, φοιτήτρια η ίδια της ΑΣΚΤ, Τζωρτζίνα Σταμογιάννου.


src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Ε.Ζ. Κύριε Σπηλιόπουλε, ανήκετε στην επιτροπή προγράμματος και στο διδακτικό προσωπικό ενός εκ των τριών μεταπτυχιακών προγραμμάτων της ΑΣΚΤ, του μεταπτυχιακού εικαστικών τεχνών. Θα θέλατε να μας κάνετε μια σύντομη παρουσίαση του προσανατολισμού και του περιεχομένου σπουδών αλλά και των στόχων του συγκεκριμένου προγράμματος;

Μ.Σ. Το ΜΕΤ είναι μεταπτυχιακό εικαστικών τεχνών. Ήταν μια ιδέα η οποία ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια όταν ακόμα τα μεταπτυχιακά, ειδικά στις εικαστικές τέχνες, στην Ελλάδα δεν υπήρχαν ούτε καν σαν σκέψη. Προέκυψε από την ανάγκη – τουλάχιστον όσον αφορά εμένα που ήμουν από αυτούς που κάναμε το πρόγραμμα - κάλυψης της έλλειψης θεωρητικού προβληματισμού που υπήρχε. Δυστυχώς είχαμε πολύ ισχνή Ιστορία της Τέχνης που τελείωνε περίπου στον Σεζάν και από εκεί και πέρα υπήρχε η διάθεση της αυτομόρφωσης και ημών σαν διδασκόντων αλλά και των παιδιών.  Άρα λοιπόν ξεκίνησε πολύ παλιά από αυτή την ιδέα αλλά υλοποιήθηκε το 2004 και αυτό από μια συγκυρία:  ο πρύτανης τότε, ο Χρόνης Μπότσογλου, είχε τη διάθεση να κάνει ένα άνοιγμα στη σχολή προς αυτές τις κατευθύνσεις. Tο μεταπτυχιακό συγκροτήθηκε σε επίπεδο προγράμματος, γιατί σας λέω ήμουνα στην επιτροπή, ώστε να έχει ένα διττό χαρακτήρα - θυμάμαι τις σχετικές συζητήσεις που κάναμε με τον κο Χριστάκη, ο οποίος ήταν ο προηγούμενος διευθυντής του μεταπτυχιακού και προτεργάτης για να γίνει το κτήριο στο οποίο είμαστε και που εξυπηρετεί ακριβώς το νόημα του μεταπτυχιακού.

Το μεταπτυχιακό λοιπόν αυτό έχει εργαστηριακή μορφή - και σε αυτό δίνουμε μεγάλη έμφαση - με παράλληλη θεωρητική κατάρτιση και διάλογο του εικαστικού έργου με τη θεωρία που προκύπτει από αυτό. Όσον αφορά στους φοιτητές παίρνουμε δέκα άτομα λόγω του ότι έχουμε δέκα χώρους πράγμα που είναι λίγο πρωτότυπο για μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Δίνουμε λοιπόν στον φοιτητή, που μπορεί να είναι απόφοιτος από σχολή καλών τεχνών ή από τα συναφή ΤΕΙ  ή από άλλες σχολές τέχνης ή και από αρχιτεκτονική, ένα χώρο όπου μπορεί να στοχαστεί και να εμβαθύνει. Απαιτείται δηλαδή για την εισαγωγή πτυχίο ανωτάτης σχολής αλλά χωρίς κάποιο ιδιαίτερο περιορισμό στο αντικείμενο - εικαστικές μορφές με τη γενική έννοια του όρου. Θέλαμε να το κρατήσουμε έτσι για να έχουν τη δυνατότητα οι εισαχθέντες να ασχοληθούν με το εικαστικό έργο σαν μια μεταπτυχιακή εμβάθυνση πάνω στη δουλειά που κάνουν. Ο στόχος είναι φυσικά να γίνει μια μετάθεση πληροφοριών, ένα ερευνητικό αν θέλεις πλαίσιο για τους εικαστικούς καλλιτέχνες δίνοντάς τους την ευκαιρία να λειτουργήσουν εικαστικά μέσα σε αυτόν τον χώρο που είναι δικός τους, με δικό τους κλειδί κλπ. Το απόγευμα είναι έτσι διαρθρωμένο το πρόγραμμα για να έχουν πολλά θεωρητικά μαθήματα – και το λέω το πολλά με πλήρη συνείδηση - ώστε  να μπορούν να αγγίξουν σύγχρονους προβληματισμούς πάνω στην τέχνη. Αυτό αλλάζει ανάλογα με τις ανάγκες δηλαδή αυτά τα έντεκα χρόνια δοκιμάσαμε πάρα πολλές εκδοχές - φερ’ ειπείν νιώσαμε την ανάγκη να έχουμε άνθρωπο που δίδασκε τη σύγχρονη μουσική, έχουμε τον κύριο Κουμπή που είναι αρχιτέκτονας. Δυστυχώς όμως το πρόγραμμα λειτούργησε με τα ΕΠΕΑΕΚ, ήταν χρηματοδοτούμενο και εκεί είχαμε και την ευκαιρία να μπορούμε να φέρνουμε και καλλιτέχνες εικαστικούς ή και θεωρητικούς πράγμα που τώρα όπως καταλαβαίνετε δεν μπορεί να συμβεί – αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα, τελείωσε το πρόγραμμα ΕΠΕΑΕΚ και τώρα προσπαθούμε με δικές μας δυνάμεις δηλαδή είτε φιλοξενώντας στο σπίτι κάποιον συνάδελφο είτε, όπως και εγώ στο ΕΚΠΑ, διδάσκοντας χωρίς αμοιβή. Έτσι προσπαθούμε εκ των ενόντων να λύσουμε αυτό το μείζον θέμα. Θεωρώ ότι το μεταπτυχιακό αυτό έχει τη σημασία του γιατί σας λέω έχει και εργαστηριακό πολύ συγκεκριμένο κομμάτι, το οποίο μετράει στην τελική βαθμολόγηση. Είναι διετές και αυτό έγινε γιατί για να παραχθεί ένα εικαστικό έργο χρειάζεται τουλάχιστον δύο χρόνια για να ωριμάσει. Απαιτείται και μία θεωρητική εργασία η οποία δεν είναι απαραίτητα επεξηγητική του έργου αλλά είναι μια προσπάθεια για να δείξουν οι φοιτητές ότι έχουν λίγο αντιληφθεί το τι συμβαίνει στη σύγχρονη θεωρητική σκέψη όσον αφορά στα εικαστικά.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Ε.Ζ. Πολλοί είναι πια οι απόφοιτοι των σχολών καλών τεχνών που επιθυμούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους παρακολουθώντας κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Σε ποιους απευθύνεται το μεταπτυχιακό Εικαστικών Τεχνών της ΑΣΚΤ Αθήνας και με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή των συμμετεχόντων σε αυτό;

Μ. Σ. Απευθύνεται σε απόφοιτους ανωτάτων σχολών. Η διαδικασία γίνεται ως εξής: φέρνουν ένα portfolio με την εργασία τους και απαιτείται και ένα statement όπου θα αναφέρεται θεωρητικά το τι έκαναν σε επίπεδο πρακτικό. Μέχρι τώρα είχαμε φοιτητές από πολλές σχολές, από τα ΤΕΙ, το τμήμα φωτογραφίας, διακοσμητικών τεχνών, το τμήμα πολιτιστικής διαχείριστης του Παντείου και από αρχιτεκτονικές σχολές. Προσωπικά θεωρώ ότι είναι πολύ καλό να έρχονται καλλιτέχνες με τη μέθοδο του αρχιτέκτονα και να συνυπάρχουν με αμιγώς εικαστικούς.

Τ.Σ. Έχει τύχει να γίνουν δεκτοί φοιτητές που δεν είχαν κανένα καλλιτεχνικό background;

Μ.Σ. Πρέπει να υπάρχει καλλιτεχνικό έργο αλλά μπορεί αυτό το έργο να το έκανε κάποιος μόνος του – δεν έχει συμβεί ακόμη. Δεχόμαστε και περιμένουμε να μας εκπλήξει και κάποιος ο οποίος κάνει ένα έργο ερασιτεχνικά μπορούμε να πούμε, και αυτό σκόπιμα επειδή δημιουργείται μια ομάδα – είναι δέκα άτομα – και μια συγκατοίκηση, η οποία δημιουργεί συνομιλία, είναι συνομιλητές - μας ενδιαφέρει αυτή η ώσμωση πάρα πολύ. Διαλέγουμε λοιπόν με βάση το portfolio είκοσι υποψήφιους από τους 70, 100 ανάλογα τη χρονιά. H επιλογή γίνεται από μια επιτροπή από καθηγητές της σχολής, καμιά φορά καλούμε και απ’έξω, όποιος είναι σε διάθεση. Στη συνέχεια απαιτούμε να μας φέρουν και πέντε έργα ζωντανά για να γίνει η τελική κρίση, για να  πάρουμε τα δέκα άτομα. Γίνεται συνέντευξη με τον καθένα ξεχωριστά μπροστά  στα έργα, τα οποία δε ζητούμε να είναι τοποθετημένα με εκθεσιακή διάθεση, απλώς να τα δούμε, το μετιέ, το πώς είναι φτιαγμένα.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed(425).jpg

Ε.Ζ. Κύριε Σπηλιόπουλε, πώς θα ορίζατε την ταυτότητα  της σύγχρονης ελληνικής εικαστικής σκηνής; Πόσο έχει αλλάξει ο ρόλος και κατ’ επέκταση η παρεχόμενη εκπαίδευση των σχολών καλών τεχνών στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια;

 

Μ.Σ. Αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο ερώτημα. Δυστυχώς έχω να πω ότι εδώ βλέπουμε ένα μεγάλο άνοιγμα στην εικαστική σκηνή της Ελλάδα, δηλαδή βλέπω να συνυπάρχουν ανοίγματα. Ακόμη κατά τη γνώμη μου δεν έχουμε ξεφύγει από μια ξενολατρεία όσον αφορά την φόρμα κλπ,  δηλαδή έχουμε το φαινόμενο να βλέπουμε πράγματα τα οποία έγιναν πριν από δέκα χρόνια στην Ευρώπη να έρχονται ως πρωτότυπα και μάλιστα ως, αν θέλετε, σχολή.

Ένα παράδειγμα που μπορώ να αναφέρω είναι ότι τώρα βλέπουμε ότι είναι η μόδα που φτιάχνουμε όλοι σχέδια με μολύβι, μικρά σχέδια με μολύβι, τα οποία αφηγούνται κάτι ή δεν αφηγούνται....

Πάντως αυτό ήταν ένα πρόβλημα της σύγχρονης ελληνικής σκηνής με την έννοια ότι δυστυχώς δεν υπάρχει ένας ιμάντας μετάβασης της ελληνικής καλλιτεχνικής παραγωγής προς τα έξω και το αντίθετο. Συμβαίνει και τώρα, κυρίως λόγω του διαδικτύου και του ανοίγματος του πράγματος αλλά σε επίπεδο πρακτικό, εμπειρίας. Ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχουν οι ελληνικοί θεσμοί, το υπουργείο πολιτισμού, το οποίο δε δημιουργεί τις βοηθητικές φόρμουλες. Είμαστε μόνο στα λόγια και δεν γίνονται πράξεις.

Η σχολή μας ειδικά έχει έναν τεράστιο εκθεσιακό χώρο τον οποίο νομίζω ζηλεύουν οι πάντες. Τον χώρο αυτόν πρέπει να τον εκμεταλλευτούμε εκθεσιακά. Αυτό γίνεται σε έναν περιορισμένο βαθμό, δε λεω ότι δε γίνεται , θα μπορούσε όμως να αποτελέσει ένα κέντρο έλξης που θα καθορίζει και τα πράγματα στην εικαστική σκηνή της Ελλάδας.

Τ.Σ. Σχετικά με το κομμάτι της επαφής των φοιτητών με το εξωτερικό έχετε μεριμνήσει ώστε με κάποιο τρόπο να γίνεται κάτι τέτοιο στα πλαίσια του προγράμματος;

Παλιότερα γινόταν, ήρθαν και καλλιτέχνες από το εξωτετικό. Τώρα λόγω της οικονομικής κατάστασης αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο στο θεωρητικό. Από το μεταπτυχιακό πέρασαν δίαφοροι καλλιτέχνες όταν είχαμε το ΕΠΕΑΕΚ και έπαιρναν μία συμβολική αμοιβή. Πέρασε η Αιμιλία Παπαφιλίππου, η Δανάη Στράτου, ο Αλέξης Ψυχούλης κλπ. Αυτό δείχνει πως η σχολή αρχίζει να αποκτά μια εξωστρέφεια. Πιστεύω να προσπαθήσουμε πάνω σε αυτό αλλά έχει να κάνει με το τι συμβαίνει παραδίπλα μας, τι συμβαίνει μέσα στην εικαστική ζωή έξω από τη σχολή. Η σχολή ακόμα δε μπόρεσε να παίξει ένα πρωταγωνιστικό ρόλο και από την άλλη μεριά η εικαστική παραγωγή στην Ελλάδα είναι δεδομένη, ξέρουμε τι γίνεται, ξέρουμε ποιοι εκπροσωπούν τις Μπιενάλε, πώς εκπροσωπούνται. Είναι τραγικό που φερ’ ειπείν στη φετινή Μπιενάλε ο υπουργός πολιτισμού  δεν παρέστη – είναι η πρώτη φορά που δεν πήγε ο υπουργός πολιτισμού. Νομίζω ότι έπρεπε να πάει γιατί δυστυχώς επειδή και αυτός πρότεινε ως curator άλλον καλλιτέχνη ε... για το ότι δεν πήγε να δει τη Μαρία Παπαδημητρίου θεώρησα πως ενεπλάκη λίγο η προσωπική προτίμηση... Τούτα είναι δηλαδή συμπτώματα - που δε συμβαίνουν τώρα, συνέβαιναν πάντα – της ελληνικής κοινωνίας που λειτουργούν ανασταλτικά και επιτείνουν την εσωστρέφεια. Ενώ φαινόμαστε εξωστρεφείς τελικά βλέπω ότι σε επίπεδο πρακτικής και καναλλιών διεύλευσης προς τα έξω δε συμβαίνει πραγματικά. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι οι Έλληνες καλλιτέχνες προσπαθούν και δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τους ομότεχνούς τους. Απλώς το δυστύχημα είναι ότι γεννήθηκαν τέσσερις χιλιάδες χιλιόμετρα πιο νότια και δε βρίσκονται εκεί που γίνονται τα πράγματα. Ξέρουμε ότι αυτοί οι καλλιτέχνες που τους γνωρίζουμε όπως ο Τάκις, ο Λουκάς Σαμαράς, ο Κουνέλλης κλπ ήταν άνθρωποι οι οποίοι μετοίκησαν στα κέντρα, οπότε να μη λέμε τώρα ότι διώχνουμε κόσμο – πάντα διώχναμε τον κόσμο και ειδικά τους καλλιτέχνες πάντα τους διώχναμε έξω... Τάκις, Παύλος , Ακριθάκης... – έχω να πω πλήθος καλλιτεχνών - έδρασαν και λειτούργησαν έξω. Όσοι έμειναν εδώ θεωρώ ότι δεν έχουν μεγάλο άνοιγμα βήματος για να παρακολουθήσουν, ζώντας στην Ελλάδα, τα διεθνή δρώμενα.

Τ.Σ. Τώρα με την έλευση της Documenta το 2017 ίσως αλλάξει αρκετά αυτό…

Μ.Σ. Λέω κάτι που λένε οι Γερμανοί: ‘Μία φορά, καμία φορά’… γιατί πολλά έγιναν… έγινε το Outlook, έγιναν εκθέσεις, που εκεί η ελληνική εικαστική κοινότητα στάθηκε απέναντι και αυτά τα θυμάμαι – να μην έχουμε μνήμη ελέφαντα… Εύχομαι λοιπόν αυτό το άνοιγμα να γίνει πραγματικά. Δε λέω ότι δεν υπάρχουν φορείς όπως είναι το NEON κλπ, που προσπαθούν τώρα αλλά αυτό πρέπει να συνεχιστεί – από τούτο πάσχει η Ελλάδα, πάσχει από έλλειψη συνέχειας. Ένα πράγμα που έχω να συμπληρώσω είναι ότι δεν υπάρχουν εικαστικά περιοδικά, όλα τα εικαστικά περιοδικά που βγήκαν στην Ελλάδα ήταν βραχύβια δηλαδή υπήρξαν και ύστερα χάθηκαν.

src=http://www.artsandthecity.gr/cm/ckfinder/userfiles/images/unnamed

Ε.Ζ. Τζωρτζίνα, στις 8 Ιουλίου εγκαινιάζεται η έκθεση των αποφοίτων 2013-2015 του μεταπτυχιακού εικαστικών τεχνών της οποίας έχεις την επιμέλεια. Μίλησέ μας αναλυτικότερα για το πώς προέκυψε αυτός ο ρόλος, τις προκλήσεις που αντιμετώπισες αλλά και για τον προβληματισμό και τη θεματική των καλλιτεχνών που συμμετέχουν καθώς και για τις επιλογές τους όσον αφορά στα μέσα και τα υλικά δημιουργίας και έκφρασης.

Τ.Σ. Η έκθεση αποτελεί την παρουσίαση των πτυχιακών έργων των τελειόφοιτων του Μεταπτυχιακού Εικαστικών Τεχνών. Κατά συνέπεια τα έργα δεν υπακούν σε κάποια θεματική αλλά αντικατοπτρίζουν τα προσωπικά ενδιαφέροντα των εννέα καλλιτεχνών με τα οποία καταπιάστηκαν και καλλιέργησαν κατά τη διάρκεια της διετούς φοίτησης τους στην ΑΣΚΤ. Προσωπικά βρίσκω αρκετά εντυπωσιακή την απουσία αναφορών στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, με εξαίρεση ίσως την ατελή εγκατάσταση της Αλεξίας Καραβέλα αλλά και το εννοιολογικό-σχεσιακό έργο της Σοφίας Γρηγοριάδου τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αμιγώς πολιτικά. Φαντάζομαι πως μια τέτοια συλλογική απώθηση δεν θα μπορούσε να είναι συμπτωματική και αυτό μου εξάπτει τη φαντασία οδηγώντας με σε μια βαθύτερη ανάγνωση των έργων. Σχετικά με τα καλλιτεχνικά μέσα που χρησιμοποιούνται υπάρχουν αρκετά βίντεο-έργα όπως αυτά της Φωτεινής Παλπάνα η οποία προτείνει μια διαφορετική θέαση ενός τοπίου και της Κέλλυς Βαρδάκα που μας παραθέτει still frames και βίντεο εστιάζοντας στην ενδελεχή παρατήρηση της εικόνας προκαλόντας μια αναστοχαστική διάθεση. Η πειραματική, site specific εγκατάσταση της Κατερίνας Κότσαλα δημιουργεί ένα φασματικό περιβάλλον που μαγνητίζει αλλά και ταυτόχρονα στοιχιώνει το θεατή, ενώτο κατακερματισμένο Εγώ της Μαριάννας Παπαγεωργίου, κυρίαρχο μέσα στο χώρο, περικυκλώνεται από τα ζωγραφικά έργα του Νίκου Σαρλή τα οποία καθρεφτίζονται στις πολυεπίπεδες επιφάνειες του. Η Δέσποινα Φλέσσα φέρνει το σχέδιο στα όρια του δίνοντας μια νέα γλυπτική διάσταση στο χαρτί και το γραφίτη, ενώ ο Ιωάννης Παπαϊωάννου σε μιά πιο κλασσική προσέγγιση εμπνευσμένος από τον Pierro de la Francesca, μας προτείνει μια διαδραστική αφήγηση.

Φέτος είναι η πρώτη χρονιά που ανατέθηκε σε κάποιον η επιμέλεια της έκθεσης αποφοίτησης και αυτό αποτέλεσε για όλους μας θέλω να πιστεύω, μια ενδιαφέρουσα και παραγωγική συνθήκη. Εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα από την θεωρητική έρευνα που έχει γίνει πίσω από τα έργα αλλά και από το συνολικό επίπεδο των δουλειών που εκτίθενται από σήμερα στην αίθουσα Νίκος Κεσσανλής. Η επιμελητική μου πρακτική βασίστηκε κυρίως στην διακριτική ενορχήστρωση των διαφορετικών φωνών των καλλιτεχνών σε ένα αρμονικό όλο, δείχνοντας τους πλήρη εμπιστοσύνη στον τρόπο που είχαν φανταστεί να προβάλλουν τα έργα τους στο χώρο. Η συνεισφορά μου θεωρώ πως ανάγεται με μια ολιστική αλληλεπίδραση με τους φοιτητές καθ’ όλη τη διάρκεια του τελευταίου εξαμήνου σπουδών τους μέσω επισκέψεων στα στούντιο τους, συζητήσεων, ανταλλαγών αλλά και συνθηκών μέσω των οποίων επιχείρησα να τους εμπνεύσω.

 

ΑΣΚΤ, Πειραιώς 256, 18235 Ρέντης

Tηλ. Επικοινωνίας: 210 3897155

 

Ώρες λειτουργίας έκθεσης:

Πέμπτη – Σάββατο: 12:00-20:00 & Κυριακή 16:00-20:00

Αίθουσα Νίκος Κεσσανλής

 

 

Ελένη Ζυμαράκη Τζώρτζη

10.07.2015

 

Φωτογραφίες: Ελένη Ζυμαράκη Τζώρτζη