Η Λίλλυ Σπαντιδάκη μιλά για το «Entropy», τη συγγραφή και τη μουσική

Η Λίλλυ Σπαντιδάκη μιλά για το «Entropy», τη συγγραφή και τη μουσική

Τη Λίλλυ Σπαντιδάκη τη γνωρίζω αρκετά χρόνια. Με κάθε της βιβλίο προσπαθώ να είμαι αντικειμενική, να βγάλω από την εξίσωση τη σχέση μας και να το δω ως «ακόμη ένα βιβλίο».

Ωστόσο, το λαθος μου είναι αυτό. Πως όταν μιλάμε για εκείνη, ποτέ δεν είναι «ακόμη ένα βιβλίο». Μιλάμε πάντα για ένα ξεχωριστό ταξίδι, για αντιήρωες που παθιάζεσαι μαζί τους και θες να τους δώσεις αυτό το happy end, ακόμη και αν η Λίλλυ επιλέγει τον άλλον δρόμο, τον δύσκολο. Κάθε βιβλίο της είναι και πιο σκοτεινό αλλά και πιο ιδιαίτερο από το προηγούμενο.

Το «Entropy» κυκλοφόρησε πριν έναν μήνα από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος και είναι αυτοκαταστροφικό, σκοτεινό, αλλά τόσο υπέροχο. Σε παίρνει μαζί του, καβάλα στη μηχανή, σε ένα δρόμο δύσκολο εκεί που δεν ξέρεις αν το happy end είναι αυτό που θες ή όχι.

Ήταν αναπόφευκτο λοιπόν να θέλω να μιλήσω μαζί της για το Entropy αλλά και τα δύο προηγούμενα βιβλία της (Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλουζ, Χωρίς σκηνή), σε μία συζήτηση που αφορά βιβλία, συγγραφή και μουσική.

«Entropy» λοιπόν. Μίλησέ μου για τον ιδιαίτερο τίτλο αλλά το βιβλίο.

Ομολογώ ότι τον τίτλο δεν τον βρήκα εγώ -η νονά είναι και η σχεδιάστρια του εξωφύλλου, Ελένη Αχιλλεοπούλου. Ο δικός μου αρχικός δεν ήταν και τόσο πρωτότυπος πρέπει να παραδεχτώ. Αυτό που το “Entropy” αντιπροσωπεύει για μένα είναι η εσωτερική πάλη της πρωταγωνίστριας να προσδιορίσει τη λέξη ελευθερία. Ένα κυνήγι που καταλήγει να είναι μια οξύμωρη φυλακή.

Γαλλία αρχές του 1930, Νέα Ορλεάνη των 60s και τώρα, Αμερική στα 90s. Τι θα έλεγες πως σε γοητεύει και οι ιστορίες σου εκτυλίσσονται μερικές δεκαετίες πίσω;

Διαλέγω εποχές που θα ήθελα να ζήσω. Γαλλία αρχές του ’30 -και ποιος δε θα ήθελε να είναι εκεί να απολαύσει την Εντίθ Πιάφ; Νέα Ορλεάνη το ’60, μια εποχή γεμάτη πολιτική αφύπνιση και απελευθέρωση. Μουσική δημιουργικότητα στο ζενίθ και στις δύο εποχές. Άφησα έξω τα 90s, μιας και ήμουν προέφηβη. Ήθελα να πάρω άρωμα από εκείνα τα χρόνια που η μουσική ήταν μέσο επικοινωνίας πριν το κινητό και αν ήθελες να χαθείς -όπως ήθελε η Μαντ-χανόσουν.

Αν έπρεπε να διαλέξεις μία εποχή για να ζεις, ποια θα ήταν αυτή;

  1. Θεωρώ ότι δεν είναι τυχαίο που ζούμε την εποχή που ζούμε.

Ζιλιέτ, Ζόλα, Μαντ. Τρεις ηρωίδες που είναι πολύ μακριά από το «λογοτεχνικό ιδεατό», όμως αυτό είναι που τις κάνει πολύ ενδιαφέρουσες. Είναι τελικά οι ατέλειές μας πιο ενδιαφέρουσες;

Φυσικά! Πιστεύω οι ατέλειές μας, μας προσδιορίζουν. Ο τρόπος που προσπαθούμε να τις αντιμετωπίσουμε ή να μην τις αντιμετωπίσουμε. Η κάθε πρωταγωνίστρια παλεύει με τους δικούς της δαίμονες, η Ζιλιέτ με την ταυτότητά της, η Ζόλα με την εκδίκηση που της τρώει τα σωθικά και η Μαντ με την ελευθερία. Η τελειότητα είναι όμορφη να θαυμάζεται αλλά από εκεί και πέρα δεν έχει κάποιο ενδιαφέρον -δεν είναι ανθρώπινη.

Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη. Πόσο μέσα «μπήκες» στη Μαντ με τα σκοτάδια και την αυτοκαταστροφή της. Που σε δυσκόλεψε ή πόσο σε μάγεψε αυτό.

Είναι η μοναδική πρωταγωνίστρια που ταυτίστηκα ουσιαστικά. Οι επιλογές της είναι δικές μου και οι αποφάσεις της, επίσης δικές μου. Ήταν ίσως η πιο ψυχοφθόρα λογοτεχνική γέννα που χρειάστηκε να κάνω -έζησα όλα τα συναισθήματά της στο τέρμα και για ένα διάστημα δεν μπορούσα να διαχωρίσω τα δικά μου θέλω και τις δικές μου επιλογές από τις δικές της. Την εποχή που το έγραφα δεν μου φαίνόταν καθόλου μαγικό, ίσα ίσα  που έμοιαζε εφιαλτικό. Τώρα νοσταλγώ εκείνη την εποχή. Ένα ταξίδι που έκανα άθελά μου. Δεν ξέρω αν θα έχω τη δυνατότητα να εισχωρήσω τόσο σε ιστορία μου και το νοσταλγώ.

Πως θα σύστηνες τη Μαντ σε κάποιον που ετοιμάζεται να διαβάσει το βιβλίο;

Ως ένα ταξίδι που θα «τον πάρει και θα τον σηκώσει». Νομίζω αυτή είναι η μαγεία της Μαντ, ότι όλα είναι τόσο ανατρεπτικά, τόσο ψυχοβγαλτικά, ίσως, που δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Βουτάς κι όπου σε βγάλει.

Μπαλέτο, τζαζ και τώρα MCs. Κάθε νέο σου βιβλίο είναι πολύ διαφορετικό από το προηγούμενο. Να φανταστώ πως θα μας εκπλήξεις και πάλι στο επόμενο;

Έτσι ετοιμάζω. Μου αρέσουν οι εναλλαγές και μου αρέσει να καταπιάνομαι λογοτεχνικά με θέματα που ίσως δεν έχω τη δυνατότητα να εμβαθύνω στην καθημερινότητά μου. Αλλά δεν μπορώ να πω παραπάνω για το επόμενο -μου αρέσουν κι οι εκπλήξεις!

Road Novel στα 90s λοιπόν. Γνωρίζω πως σε κάθε σου βιβλίο κάνεις απερίγραπτα ενδελεχή έρευνα. Σε αυτό τι σε δυσκόλεψε περισσότερο;

Το Angelman’s Syndrome. Δεν είχα έρθει σε επαφή μαζί του πέρα από ένα άρθρο που έπεσα τυχαία μια μέρα και αποφάσισα ότι θέλω να μάθω περισσότερο. Τα βίντεο, οι ομολογίες των γονιών με τα παιδιά που πάσχουν από το συνδρομο αυτό είναι τόσο συγκλονιστικές που δεν μπορείς παρά να συμπονέσεις και να νιώσεις βαθύτατα γι’ αυτούς. Με ευαισθητοποιήσε πολύ αυτό το θέμα και έκτοτε όποτε θυμάμαι τη συγγραφή του Entropy, την ταυτίζω κυρίως με αυτό -κι ας μην είναι το κύριο θέμα.

 

Μίλησε στην Τατιάνα Τζινιώλη