Χρήστος Αναστασόπουλος: «Αυτό που με εκφράζει περισσότερο τα τελευταία χρόνια είναι να ζωγραφίζω και να γράφω»

Ο Χρήστος Αναστασόπουλος κυκλοφόρησε τον Ιούνιο το τέταρτο μυθιστόρημά του με τίτλο «Στα βελούδινα ίχνη του δολοφόνου» (εκδόσεις Πνοή). Ένα βιβλίο μυστηρίου με πρωταγωνίστριες… δύο γάτες. Ωστόσο, ο Χρήστος είναι ιδιαίτερα γνωστός και αγαπητός από συγγραφείς και αναγνώστες καθώς όλα του τα βιβλία έχουν αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές. Ωστόσο, δεν είναι μόνο συγγραφέας, είναι ένας άνθρωπος που ασχολείται με χιλιάδες και ενδιαφέροντα πράγματα ταυτόχρονα, γελάει πολύ και ταξιδεύει πολύ. Η Τατιάνα Τζινιώλη τον συνάντησε και συνομίλησε μαζί του για τις γάτες, τα βιβλία και τα ταξίδια.

Εξιχνίαση μυστηρίου από δύο γάτες. Μίλησε μου λίγο για την έμπνευση σου και πως αποφάσισες οι δύο γάτες να είναι οι αφηγητές της ιστορίας.

Εξιχνίαση μυστηρίου από δύο γάτες. «Γιατί όχι», είπα στον εαυτό μου και ξεκίνησα να το γράφω. Οι γνώμες που έπαιρνα από φίλους και γνωστούς δεν ήταν και τόσο θετικές, όμως εγώ δεν πτοήθηκα, στην αρχή τουλάχιστον. Η έμπνευση μού ήρθε εκείνη τη στιγμή που ξάπλωσα στο πάτωμα να κάνω γιόγκα ενώ οι γάτες μου είχαν άλλη άποψη και με ενοχλούσαν… Μου πήρε πάνω από δέκα χρόνια για να αποφασίσω αν θα είναι οι γάτες μου οι αφηγητές της ιστορίας, εγώ ή κάποιος άλλος. Το πρώτο κεφάλαιο πέρασε τα πάνδεινα αφού κάθε τόσο μετέτρεπα το πρώτο πρόσωπο σε τρίτο και τούμπαλιν. Αποφάσισα τελικά πως αυτά που ήθελα να πω θα ήταν πιο ανώδυνα για μένα μέσα από τις περιγραφές, τις απορίες και τις σκέψεις των δυο γατιών. Οπότε όταν μιλάνε οι γάτες είναι σε πρώτο πρόσωπο η αφήγηση, ενώ η υπόλοιπη ιστορία είναι γραμμένη σε τρίτο πρόσωπο που είναι περισσότερο οικείο στον κόσμο.

Χρειάστηκε κάποια ιδιαίτερη έρευνα σχετικά με τη συμπεριφορά των αγαπημένων τετράποδων;

Ζώντας με γάτες μέσα στο σπίτι, για περίπου είκοσι χρόνια, δεν χρειάστηκε καμία έρευνα επάνω στη συμπεριφορά τους. Όποιος έχει γάτες γνωρίζει πως η κάθε μια ξεχωριστά έχει διαφορετική προσωπικότητα. Για να φτιάξω όμως τα προφίλ των δυο αυτών γατιών χρειάστηκε να ανασύρω από τη μνήμη μου συμπεριφορές τουλάχιστον επτά διαφορετικών γατιών, όχι μόνο δικών μου αλλά και φίλων. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να γνωρίζει τι σκέφτεται μια γάτα, οπότε άφησα λίγο παραπάνω τη φαντασία μου ελεύθερη.

Έχεις αδυναμία ως συγγραφέας σε κάποιον από τους χαρακτήρες/υπόπτους;

Λογικά δεν θα έπρεπε να έχω κάποιον αγαπημένο ήρωα αφού όλοι γεννήθηκαν από τη φαντασία μου, άρα είναι ισότιμοι, αλλά ναι έχω. Είναι οι ήρωες που με παίδεψαν περισσότερο. Όλοι αυτοί που έπρεπε να τους δημιουργήσω από το μηδέν και να χτίσω την προσωπικότητά τους σταδιακά με το πέρασμα των χρόνων. Η Φρόσω, για παράδειγμα, είναι μια από αυτές, γιατί έπρεπε να μπω στην ψυχολογία μιας γυναίκας πρώτα απ’ όλα, από το χωριό, σε μια εποχή η οποία μου ήταν άγνωστη. Έπρεπε να αναγκάσω τον εαυτό μου να αισθανθεί έλξη για μια γυναίκα μέσα από τη σκέψη και το σώμα μιας γυναίκας. Η Μαρία επίσης, γιατί με ανάγκασε να μιλήσω με αρκετούς ψυχολόγους ώστε να της φτιάξω το προφίλ. Δε γνώριζα καν πως μπορεί να αισθάνεται μια νυμφομανής, πόσο μάλλον την αιτία που την προκαλεί.  Ο Πέτρος, από την άλλη ήταν ένας ήρωας που με ανάγκασε να ταξιδέψω στο μέλλον, να βάλω τον εαυτό μου να αισθανθεί πράγματα που ίσως αισθάνεται ένας άντρας γύρω στα εξήντα. Δεν ξέρω αν τα έχω καταφέρει, σε όποια από τις περιπτώσεις, αλλά τουλάχιστον προσπάθησα αρκετά και αγάπησα αυτούς τους μέχρι πρότινος ανύπαρκτους ήρωες.

Έχεις γράψει τέσσερα βιβλία σε διαφορετικά είδη. Ποιο θα έλεγες πως είναι αυτό που σου ταιριάζει περισσότερο και αυτό που σε ελκύει περισσότερο.

Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμα πώς τα έγραψα, πόσο μάλλον πως είναι διαφορετικά είδη. Όμως έχεις δίκιο, είναι εντελώς διαφορετικό το ένα είδος από το άλλο. Περισσότερο από όλα μου αρέσει το ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, το «3 (τρία)», γιατί αναγκάστηκα να διαβάσω αμέτρητα βιβλία, να μάθω πράγματα που αγνοούσα, να διασταυρώσω στοιχεία, ώστε να μπορέσω μετά να τα μπερδέψω με τον μύθο μου και να παραμείνουν αληθοφανή. Είναι το δυσκολότερο για μένα γιατί παίρνει αρκετό χρόνο. Ένα που έχω στα σκαριά εδώ και μια δεκαετία δεν ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ να το ολοκληρώσω… Πολύ δύσκολο βρε παιδί μου! Το κοινωνικό μυθιστόρημα με τις παραφυσικές διαστάσεις που έδωσα στο «Ο κλειδούχος και ο γιος του φεγγαριού» με ενθουσίασε και θα ξαναγράψω (θέλω να πιστεύω) οπωσδήποτε. Τα διηγήματα στον «Οίκο νυφικών» τα λατρεύω και από τότε όποτε βρίσκω χρόνο γράφω ένα διήγημα και το βάζω στη συλλογή που θα εκδώσω κάποια στιγμή. Αυτό όμως που με ελκύει περισσότερο βέβαια είναι η φαντασία, αλλά επειδή το φοβάμαι (άγνωστα μονοπάτια τα οποία αν αφήσω ελεύθερο τον εαυτό μου δεν ξέρω που θα με οδηγήσουν) το πάω σιγά σιγά. Με το «Καλοκαίρι – Η πτώση του αόρατου πέπλου» πέρασα πάρα πολύ καλά γράφοντάς το και ανυπομονώ να γράψω τη συνέχεια. Αστυνομικό μυθιστόρημα έχω στα σκαριά αλλά θα είναι παντρεμένο με φαντασίας, οπότε όπως κατάλαβες δεν μπορώ να αποφασίσω. Γνωρίζω πως όλα τα είδη με ελκύουν αλλά δεν έχω αποφασίσει ακόμα τι μου ταιριάζει και δεν πιστεύω πως θα αποφασίσω ποτέ γιατί με ξέρω αρκετά καλά.  

Σχεδιαστής ή συγγραφέας;

Δε γνωρίζω απάντηση σε αυτό. Θέλω να πιστεύω πως είμαι ένας άνθρωπος ελεύθερος να δημιουργώ, απαλλαγμένος από ταμπέλες. Μπορεί αυτό να είναι ένα ρούχο, ένα βιβλίο, η βιτρίνα ενός καταστήματος ή η διακόσμηση ενός σπιτιού. Αυτό που με εκφράζει περισσότερο πάντως τα τελευταία χρόνια είναι να ζωγραφίζω και να γράφω.

Γνωρίζω πως ταξιδεύεις πολύ. Αγαπημένος προορισμός;

Ευτυχώς δεν τον έχω βρει ακόμα, αλλά αν πρέπει να διαλέξω ένα μέρος σε ολόκληρο τον κόσμο σίγουρα θα είναι η Αυστραλία. Η ενέργεια που ένιωσα την πρώτη φορά ήταν ασύλληπτη!

Ξέροντάς σε, σίγουρα δουλεύεις τα επόμενα τρία βιβλία σου. Θες να μας πεις λίγα λόγια για το επόμενό σου;

Το επόμενο βιβλίο, που ιδανικά θα ήθελα πάρα πολύ να ολοκληρώσω μέχρι τον Μάρτιο, πιστεύω πως θα είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο. Θα είναι κοινωνικό, με διάφορες προεκτάσεις και ίσως ψυχολογικό θρίλερ, που δεν ξέρω όμως αν θα παραμείνει έτσι ως το τέλος. Το σίγουρο πάντως είναι πως  δεν έχω διαβάσει κάτι παρόμοιο μέχρι στιγμής και ως γνωστό με προβληματίζει ιδιαίτερα  γιατί δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης και κάποια μέση οδός για να ακολουθήσω. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπισα και με Τα βελούδινα ίχνη του δολοφόνου, όμως πιστεύω πως θα τα καταφέρω. Το κεντρικό θέμα του είναι η μοναξιά στην τρίτη ηλικία και η δύσκολη μετεφηβική περίοδος. Το θετικό της υπόθεσης είναι πως όλη η ιστορία διαδραματίζεται στη Νέα Ζηλανδία, όπου και το εμπνεύστηκα την τελευταία μέρα που βρισκόμουν εκεί τον περασμένο Φεβρουάριο.

 

Μίλησε στην Τατιάνα Τζινιώλη